Αντίσταση στα Γιάννενα


Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

«Η επανάσταση του αυτονόητου»

Δημήτρης Μάνος νηπιαγωγός,
μέλος των Αγωνιστικών Κινήσεων Εκπαιδευτικών 
 
 
 
Θα αντιμετωπίσουμε ή όχι την πραγματικότητα της βάρβαρης επίθεσης;
Θα αναμετρηθούμε μαζί της για μια νέα πραγματικότητα;

Όταν ο πρωθυπουργός του ΔΝΤ ΓΑΠ διατύπωσε ως… αντιεξουσιαστής της εξουσίας (κατά τα λεγόμενα του) τη θέση για την «επανάσταση του αυτονόητου» πολύ σύντομα ο ελληνικός λαός θα έχανε τα αυτονόητα δικαιώματα του και θα πάλευε για το αυτονόητο να… ζει.
Συνδικαλιστές της κυρίαρχης αριστεράς – και όχι μόνο - διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους για το ότι σήμερα θα πρέπει να αγωνιστούμε για τα… αυτονόητα όπως τα ονομάζουν. Για τα «ταπεινά» δικαιώματα του φαγητού, της υγείας, της εκπαίδευσης. Βέβαια θα έπρεπε να τοποθετηθούν για το πώς φτάσαμε μέχρι εδώ πριν τους καταλάβει ιερή αγανάκτηση. Όμως ακόμα κι αν πούμε «παλιά ξινά σταφύλια» ας δούμε τι θα κάνουμε σήμερα, θα διαπιστώσουμε πως και η σημερινή τους τοποθέτηση δεν είναι καθόλου απαλλαγμένη -το αντίθετο μάλιστα κυριαρχείται σε βαθμό παράκρουσης - από τους γνωστούς παλιούς φενακισμούς, τις αυταπάτες και την αποφυγή αναμέτρησης με την βάρβαρη καπιταλιστική πραγματικότητα (που, πώς να το κάνουμε έχουν όλα αυτά συμβάλλει για να βρισκόμαστε αντιμέτωποι σήμερα με τα «αυτονόητα»).

Φενακισμοί…
Θα προσπαθήσουμε να δούμε μερικούς τέτοιους φενακισμούς προσπαθώντας να… διεισδύσουμε λιγάκι στην λογική τους:
1. Δεν έχουν νόημα οι αγώνες αν δεν έχουν συνολικούς στόχους για ενιαίους φορείς της υγείας και της εκπαίδευσης, πολύ περισσότερο αν δεν εντάσσονται στο συνολικότερο σχεδιασμό και όραμα της «λαϊκής οικονομίας». Έ τότε είναι σίγουρη η ήττα τους. Το κήρυγμα ηττοπάθειας ακούστηκε πολύ ξεκάθαρα στην τελευταία συγκέντρωση εκπαιδευτικών και επιτροπών αγώνα στον Ευκλείδη της Θεσσαλονίκης από τον εκπρόσωπο του ΠΑΜΕ. Αυτό το κήρυγμα ηττοπάθειας που απαιτεί από τον «αδιάβαστο» λαό να έχει όραμα αλλά δεν μπαίνει στον κόπο να προτείνει μορφή συνδικαλιστικού αγώνα στους αγωνιζόμενους κλάδους – όπως στους καθηγητές - δεν αποτελεί παρά ένα κήρυγμα απεργοσπαστισμού και μάλιστα προληπτικού. Ακούγονται διάφορα «κουφά» και βαριά ιδεολογικά επιχειρήματα όσο περισσότερο ξεμακραίνουν από την ανάγκη να τοποθετηθούν στο εδώ και τώρα του κινήματος. Από μια άποψη πάντα οι λαοί αγωνίζονταν για τα «αυτονόητα». Ο ρώσικος λαός και η εργατική τάξη δεν εξεγέρθηκαν μήπως και ένοπλα για τα «αυτονόητα» δικαιώματα του ψωμιού, της γης και της ειρήνης; Ναι αλλά τότε ήταν και οι μπολσεβίκοι με το πρόγραμμά τους. Η σκέψη είναι πολύ «πονηρή». Και τώρα υπάρχει το πρόγραμμα για τη λαϊκή εξουσία - οικονομία και οι προτάσεις για τους ενιαίους φορείς δημόσιας διαχείρισης των πάντων κλπ. Ακόμα και αν καταπιούμε το ζήτημα κατά πόσο όλα αυτά συνιστούν σοσιαλισμό κλπ - μεγάλη συζήτηση - παρακάμπτουν ένα θεμελιώδες κομμάτι. Αυτό της λαϊκής και εργατικής ετοιμότητας. Τότε υπήρχε ένας έτοιμος - και με τις προσπάθειες των μπολσεβίκων - λαός και μια εργατική τάξη «ψημένη» μέσα από αγώνες πάνω από δεκαπενταετία. Μια εργατική τάξη που μέτρησε τις δυνάμεις της, γιατί ακριβώς αναμετρήθηκε με το καθεστώς και την εξουσία του κεφαλαίου σε διάφορα επίπεδα και μάλιστα «υπόδειξε» και στην «πρωτοπορία» μορφές ανώτερης παραγωγικής - μαχητικής οργάνωσης από την επανάσταση του 1905 ακόμα (εννοούμε τα σοβιέτ). Αυτό το απαραίτητο στάδιο της αναγκαίας δηλαδή και αναντικατάστατης λαϊκής αυτοοργάνωσης και ισχυροποίησης παρακάμπτεται προς χάριν άλλων σταδίων κοινωνικής οικοδόμησης. Μόνο που στην περίπτωση του χώρου του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ αυτή η μετάβαση γίνεται τάχα χωρίς ενδιάμεσους σταθμούς σχεδόν «αυτονόητα». Το ερώτημα βέβαια είναι απλό. Αν έτσι έχουν τα πράγματα γιατί δεν καλούν τις μάζες να… αυτοδιορθωθούν κι άλλο και να περάσουμε γρήγορα σε επαναστατικές διαδικασίες;
Κακά τα ψέματα αν οι λαϊκές μάζες δεν αναμετρηθούν με τις επιλογές του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού, αν δεν υπερασπίσουν ή αν δεν διεκδικήσουν θεμελιώδη «αυτονόητα» δικαιώματα, πολύ περισσότερο αν δεν δουν κάποιες – καθόλου μα καθόλου αυτονόητες όπως είναι η πολιτική ψυχολογία του λαϊκού κινήματος σήμερα - νίκες, αν δεν δουν και δεν αναγνωρίσουν το ρόλο των «πρωτοποριών» σε αυτούς τους αγώνες και δεν στηριχτούν στο δικό τους ρόλο και την επεξεργασμένη προοπτική αλλά και την πρωτοπόρα και υποδειγματική συμμετοχή τους πάνω απ όλα, αν δεν περάσουν τα δικά τους «στάδια» ταξικής πάλης και τις δικές τους μορφές συλλογικής οργάνωσης (στη δουλειά πρώτα αλλά και στη συνοικία ή το δρόμο) πως θα πάμε γι` «άλλα»; Είναι φανερό πως αποφεύγουν την αναμέτρηση. Και αν πριν τρία χρόνια υπήρχαν πχ τα λιμάνια και οι λιμενεργάτες για διαφυγή (τους συνδικαλιστές της ΕΣΑΚ στου συνέδριο της ΔΟΕ αν τους ρωτούσες ποια είναι η συνδικαλιστική τους πρόταση για τον επόμενο χρόνο σου υπόδειχναν ότι αυτοί θα ήταν το καλοκαίρι στα «λιμάνια του αγώνα» και όχι της αγωνίας) σήμερα πρέπει να τοποθετηθεί κανείς στο απλό ερώτημα: Έχει ο κλάδος των καθηγητών συνδικαλιστική πρόταση για το πώς θα αντιμετωπίσει τη λαίλαπα των απολύσεων; Τόσο απλά και αυτονόητα…
2. Άλλος φενακισμός αυτός του να «πέσει η κυβέρνηση», που φυσικά συνοδεύεται τις περισσότερες φορές με το σχέδιο μιας άλλης διακυβέρνησης. Αν λέει οι αγώνες δεν αποσκοπούν στην πτώση της κυβέρνησης δεν μπορούν να βρουν πολιτική ενοποίηση, δεν έχουν πολιτική προοπτική. Από πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο; Τότε θα λάθεψαν οι εκπαιδευτικοί της σχεδόν μνημονιακής Ισπανίας ή της άγρια καπιταλιστικής Δανίας (εκεί δεν ήταν καν μόνιμοι για ένα μήνα, μόνοι τους οι αναπληρωτές, τσ τσ τσ τι εγκλωβισμός στον κλαδικό αγώνα) που απέργησαν σε ένα τέτοιο περιβάλλον, με σχετική επιτυχία αλλά- φευ!- δεν έριξαν τις κυβερνήσεις τους. Κακώς… Να περάσουν από το ταμείο να αφήσουν πίσω τα κερδισμένα αιτήματα!
Το καλό βέβαια – γιατί « ουδέν κακόν… - με την τοποθέτηση αυτή είναι η αμεσότητα και η αναγκαστική ειλικρίνεια της: στην μπάντα τα κινήματα παρά μόνο αν διευκολύνουν την κυβερνητική εναλλαγή. Δηλαδή στην μπάντα οριστικώς. Εδώ βέβαια οι χρόνοι αναμονής είναι μικρότεροι, - εξαρτώνται από τον χρόνο προκήρυξης εκλογών - όπως και ο χώρος ανάμεσα στα αιτήματα και την πραγματοποίηση τους. Με τη διαφορά πως αυτή η πραγματοποίηση δεν έρχεται ποτέ γιατί τα κινήματα εκχωρούν αυτό το δικαίωμα στη μελλοντική κυβέρνηση του Σύριζα!
Στα… περίχωρα της προσέγγισης αυτής (πόσο ήταν κατευθυνόμενη από τα «κεντρικά» πόσο ήταν απλά αποτέλεσμα αδιεξόδων, λίγη αξία έχει) υποδεικνύονταν στους εκπαιδευτικούς το παράδειγμα της ΕΡΤ ως μοντέλο. Δηλαδή να κρατήσουν οι εκπαιδευτικοί ανοικτά τα σχολεία και να κάνουν μαθήματα ή αντιμαθήματα με τους απολυμένους εκπαιδευτικούς. Να επιβληθεί δηλαδή ένα είδος αυτοδιαχείρισης των σχολείων – μερικοί πιο αφελείς το είπαν ανοιχτά - αλλά οπωσδήποτε όχι απεργία («που θα ξεσηκώσει γονείς και μαθητές εναντίον μας κλπ»). Την πρόταση διατύπωσε και έντυπα ο δημοσιογράφος Τ. Παππάς στην «εφημερίδα των συντακτών». Η αυτοδιαχείριση προηγείται εδώ της κυβερνητικής αλλαγής. Έτσι η μελλοντική προοδευτική κυβέρνηση θα τα βρει σχεδόν έτοιμα τα πράγματα, τουλάχιστο στην εκπαίδευση…
Από όλη αυτή την επιχειρηματολογία αξίζει να σταθεί κανείς στην προσέγγιση πως το «κάτω η κυβέρνηση» ενοποιεί πολιτικά το κίνημα. Πολύ περισσότερο όταν το σύνολο των συνδικαλιστών που καλύπτεται από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ακόμα και αν στέκεται κριτικά – στα λόγια τουλάχιστο - στη λογική των κυβερνητικών εναλλαγών, αποδεχόμενο το σύνθημα ως κεντρικό σύνθημα των κινητοποιήσεων βάζει πλάτη στον κυβερνητισμό του Σύριζα και ρίχνει νερό στο δικό του μύλο. Μα, μας λένε, αν γιγαντωθούν οι κινητοποιήσεις δεν θα πέσει αντικειμενικά και στην πράξη η κυβέρνηση; Πολύ προφανώς αλλά κάτι τέτοιο θα ήταν υποπαράγωγο αυτής της μαζικής κίνησης. Και φυσικά κανείς δεν θα ήταν ενάντιος ή δεν θα χαίρονταν με μια τέτοια εξέλιξη αξιολογώντας την. Σήμερα όμως η προβολή αυτού του συνθήματος α) ποιον ενισχύει και β) τη στάση ενισχύει; Αυτήν φυσικά της εύκολης λύσης και της ανάθεσης σε τρίτους. Μα μήπως οι δυνάμεις αυτές έχουν την λογική του παρατεταμένου λαϊκού αγώνα; Ευτυχώς δεν ακούγεται πια το «ή τώρα ή ποτέ εξέγερση λαέ» που κυριαρχούσε όλα αυτά τα μνημονιακά χρόνια καθώς το «ποτέ» με την συχνή επανάληψη φόβισε και υπονόμευσε μάλλον το «τώρα». Όμως αυτή δεν εξακολουθεί να είναι η κύρια κατεύθυνση; Μήπως εξ άλλου τα ενδιάμεσα προγράμματα μετάβασης (τα γνωστά πέντε σημεία με την «εθνικοποίηση των τραπεζών» κλπ) δεν κουμπώνουν πολύ καλά με έναν κυβερνητισμό;

Ο κεντρικός συντονισμός.
Προβάλλεται επίσης η ανάγκη κεντρικότερου συντονισμού των λαϊκών και εργατικών κινητοποιήσεων από τη μεριά των δυνάμεων που ανήκουν στο «τόξο» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Συνήθως η θέση αυτή διατυπώνεται μαζί με την ανάγκη δημιουργίας «κέντρων αγώνα» που θα συντονίσουν τις κινητοποιήσεις με κεντρικούς στόχους την πτώση της κυβέρνησης, τα μεταβατικά προγράμματα. Βέβαια τελευταία παρατηρείται μια υποχώρηση από τα μεταβατικά προγράμματα προς τα επαχθή προγράμματα διεκδικήσεων. Αναγκαστική συμμόρφωση στις πραγματικές ανάγκες που δημιουργεί το κίνημα όταν πρέπει πλέον να υπερασπίσει απολυμένους και «αυτονόητες» κατακτήσεις; Θα δείξει…
Αλήθεια όμως, όχι μόνο το λαϊκό κίνημα στη χώρα μας στις όποιες σημαντικές μαζικές εξάρσεις του τα τελευταία χρόνια, αλλά και τα κινήματα μαζών που εκδηλώθηκαν πρόσφατα σε διάφορες γωνιές της γης, όλα αυτά έφτασαν μέχρι ένα σημείο γιατί δεν συντονίστηκαν -απλά- κεντρικά; Το πρόβλημα ήταν ο κεντρικός συντονισμός ή ο πολιτικός προσανατολισμός; Και από πού συνάγεται ότι η ανατροπή της αντιλαϊκής επίθεσης και των δυνάμεων φυσικά που την στηρίζουν, δεν συνιστά πολιτικό ενοποιητικό προσανατολισμό; Και φυσικά το έλλειμμα βρίσκεται στις πολιτικές πρωτοπορίες που αδυνατούν αυτόν τον πολιτικό προσανατολισμό να τον υποστηρίξουν και να τον προωθήσουν. Και τούτο αφορά όλες ανεξαιρέτως τις δυνάμεις της αριστεράς. Η διαφορά βρίσκεται ανάμεσα σε εκείνους που αναγνωρίζουν αυτή την πραγματικότητα (και φυσικά «χρεώνονται» την αλλαγή της) και σε εκείνους που εξακολουθούν να την βλέπουν αντεστραμμένα.

…Και στερεότυπα
Αν η πραγματικότητα «διαβάζεται» αντεστραμμένα φυσικό επακόλουθο είναι να κυριαρχούν διάφορα πολιτικοσυνδικαλιστικά στερεότυπα που κυριολεκτικά βάζουν το βόδι πριν το κάρο. Ίσως γιατί το φορτίο που καλούνται να σηκώσουν φαίνεται (όταν βλέπεις τα πράγματα μονόπλευρα) πολύ βαρύ. Αποφυγή λοιπόν και εδώ του «αυτονόητου».
1. «Δεν είναι καιρός για κλαδικούς αγώνες».
Είναι βέβαια καιρός για γενική πολιτική απεργία, που ποιος θα την εξαγγείλει; Αυτοί που ελέγχουν τις κλαδικές ομοσπονδίες που δεν εξαγγέλλουν έτσι ή αλλιώς κλαδικές απεργίες, δεν ελέγχουν μήπως και την ΑΔΕΔΥ –ΓΣΕΕ;
Έπειτα, πότε πραγματικά δοκιμάστηκαν οι κλαδικοί αγώνες; Στο άδειασμα των αποφάσεων των γενικών συνελεύσεων των καθηγητών στην ολομέλεια των προέδρων; Στο γεγονός ότι η απεργία έχει γίνει εξοβελισμένος όρος από το λεξιλόγιο των περισσότερων συνδικαλιστικών σχημάτων της αριστεράς στην υγεία-περίθαλψη;
Αλλά οι κλαδικοί αγώνες σε παιδεία-υγεία πόσο «κλαδικοί» είναι και πόσο γενικοί; Πόσο μπορούν να αγκαλιάσουν λαό, εργαζόμενους και νεολαία αποτελώντας τους γενικούς πυροκροτητές της λαϊκής αντίδρασης; Έχει αυτό το πράγμα δοκιμαστεί;
Βέβαια η πολιτική απεργία μας οδηγεί εύκολα και γραμμικά σε μια άλλη κυβέρνηση…
2. «Να αλλάξουν οι συσχετισμοί στα όργανα».
Ή μήπως πρέπει να αναμένουμε και εδώ να αλλάξουν οι συσχετισμοί; Προβάλλεται και αυτό το μοντέλο. Η ιστορία όμως του εργατικού κινήματος είναι αρκούντως διδακτική για το τι έκανε το σύστημα όταν έχανε τον έλεγχο των ομοσπονδιών. Η διεκδίκηση και η άλωση των συνδικαλιστικών ομοσπονδιών από τις δυνάμεις της αριστεράς σε όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμου έγινε με την καθοδήγηση ενός πολιτικού πόλου μέσα από σκληρούς αγώνες ολόκληρων κλάδων αλλά και διεθνείς προεκτάσεις (ναι οι κλαδικοί αγώνες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο πχ καπνεργάτες και όχι μόνο φυσικά ) και είναι επίσης σε μεγάλο βαθμό μια ιστορία καταστολής και συνδικαλιστικών πραξικοπημάτων από μεριάς του καθεστώτος.
Έτσι οι εργαζόμενες μάζες δημιούργησαν – με την καθοδήγηση και παρέμβαση των κομμουνιστών - τους κινητήρες μεταβίβασης και πολλαπλασιασμού της θέλησης τους για αγώνα και μια καλύτερη ζωή. Κυριολεκτικά δια πυρός και σιδήρου. Ότι λείπει δηλαδή σήμερα από το συνδικαλιστικό κίνημα.
Δεν έχει καμία σχέση αυτό το «μοντέλο» με το «μοντέλο» να αλλάξουμε πχ την ΔΟΕ ή την ΟΛΜΕ ψηφίζοντας αριστερές και ριζοσπαστικές δυνάμεις. Έτσι θα αλλάξουν τάχα οι συσχετισμοί στα κεντρικά όργανα και θα παίρνονται αποφάσεις αγώνα. Όπως ο απεργιακός αγώνας που αποφασίστηκε το 2006 στην πρωτοβάθμια που η αριστερά δεν ήξερε τι να τον κάνει και τελικά τον σταμάτησε. Ας μη αδικούμε την ΕΣΑΚ που από την αρχή ήταν ενάντια στην απεργία φυσικά. Τέρας συνέπειας… Ή την πρόσφατη απόφαση για απεργία διαρκείας του συνεδρίου (της λιγάκι πιο αριστερής μετά το συνέδριο) ΟΛΜΕ που την αναιρούν στην πράξη αλλά και τυπικά οι συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ συντασσόμενοι με ΔΑΚΕ και ΠΑΣΚΕ αλλά και όσοι κρύβονται πίσω από τα δικά τους φουστάνια.

Είναι πλέον φανερό ότι τα γραμμικά σχήματα που… αφηγούνται ομαλές, εύκολες και προπαντός γρήγορες μεταβάσεις αγνοώντας τη μάχη για τα «αυτονόητα» είτε σε συνδικαλιστικό επίπεδο (άλλη ΔΟΕ ή άλλη ΟΛΜΕ) είτε σε κοινωνικό (άλλη κυβέρνηση, άλλη οικονομία κλπ) θα δοκιμαστούν σκληρά από την πραγματικότητα. Ήδη κάτι τέτοιο γίνεται και αποτελεί μια εξήγηση της λειψής επιρροής της αριστεράς και της αδυναμίας της να «πείσει».
Κι αυτό βέβαια βρίσκεται σε πλήρη αντιστοίχιση με το θεωρητικό όραμα που προτείνεται. Έχει ξαναγραφτεί πως το μεταβατικό πρόγραμμα των πέντε σημείων κλπ είναι μια αντιγραφή του προγράμματος του `34 σε κατεύθυνση βέβαια ειρηνικής μετεξέλιξης, τα ίδια ισχύουν για την «λαϊκή οικονομία» και την «λαϊκή συμμαχία». Όσο για το πρόγραμμα του Σύριζα «λίγο ΠΑΣΟΚ, λίγο θάλασσα…». Τελευταία δέχονται συγχαρητήρια για τα νέα «οικονομικά εργαλεία» που εξαγγέλλουν ότι θα βάλουν σε χρήση αν έρθουν στην κυβέρνηση. Η πολιτική φτώχεια συνυπάρχει και τροφοδοτείται από την θεωρητική.
Και λέγονται αυτά γιατί υπάρχει συνείδηση πως η ένταση της ταξικής πάλης και η σφοδρότητα της σύγκρουσης θα οδηγήσουν πιθανόν πολύ πιο σύντομα στην ανάγκη να «περιγραφτεί» η λύση της κοινωνικής ανατροπής, να υπάρξει κριτική τοποθέτηση για της απόπειρες οικοδόμησης μιας άλλης κοινωνίας, να αρχίζει να τίθεται το ζήτημα. Όμως το πόσο γρήγορα θα διανυθούν τα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση δεν σημαίνει παράκαμψη των αναγκαίων σταδίων συγκρότησης του λαϊκού παράγοντα. Το εντελώς αντίθετο σημαίνει. Για τους αγώνες που έρχονται λοιπόν, σαφώς με μεγαλύτερες απαιτήσεις από τις προηγούμενες εποχές, η παρούσα τοποθέτηση ξεχωρίζει γιατί θέτει τρία ζητήματα:  
α. Οι απεργιακοί και κοινωνικοί αγώνες θα εξαναγκάζονται να συγκρούονται με την αστική νομιμότητα, με ό, τι μέχρι σήμερα θεωρούνταν νόμιμο ή για να μην είμαστε τόσο απόλυτοι, πρέπει να συνηθίσουμε με την ιδέα. Τουλάχιστο αυτό ισχύει για ένα διάστημα όπου το κίνημα θα κατοχυρώσει τις δικές του κατακτήσεις και «νομιμότητες»
β. Θα πρέπει να αναζητούν τον οριζόντιο συντονισμό δηλαδή να συγκροτείται μια κρίσιμη μάζα σωματείων, συλλόγων, επιτροπών ή πρωτοβουλιών που θα προχωρά και θα υλοποιεί αποφάσεις αγώνα κόντρα στις αποφάσεις των κεντρικών οργάνων που παίρνονται με «δημοκρατικά» ή κανονικά πραξικοπήματα.
γ. Η συγκρότηση του κινήματος και η ανατροπή των συσχετισμών πρέπει να αναζητηθεί στο πρωτοβάθμιο επίπεδο, στο σωματείο, στο σύλλογο. Αυτό δεν είναι μια εκλογική διαδικασία αλλά μια διαδικασία κίνησης, συντονισμού, πρωτοβουλίας και ανάδειξης αγωνιστών και διαθέσιμων δυνάμεων.
Θα μπορούσε κανείς να κριτικάρει τον πολιτικοσυνδικαλιστικό χώρο που σήμερα προωθεί αυτή την κατεύθυνση πως αναλώθηκε σε στείρες αντιπαραθέσεις για το «άλλο σχολείο», το «δωδεκάχρονο σχολείο», το «σχολείο της αγοράς» κλπ και δεν περιέγραφε ξεκάθαρα στο πολιτικοσυνδικαλιστικό επίπεδο αυτή τη διαφορετική προσέγγιση και την διαφοροποίηση του απέναντι στην ποικιλώνυμη αριστερά.
Ενδεχομένως να υπάρχει ένα δίκιο σε έναν τέτοιο προβληματισμό αν και τα θέματα που αναφέρθηκαν δεν ήταν μια διαμάχη «για το φύλλο των αγγέλων».
Όμως όπως για κάθε πολιτική άποψη έτσι και για την παρούσα ισχύει πως δεν μπορεί να παρακάμψει το «ένα πραγματικό βήμα του κινήματος που ισοδυναμεί με χιλιάδες θεωρητικά». Και είναι αλήθεια πως μετά την μεγάλη απεργία των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας το 2006 άρχισαν να τίθενται πιο δραματικά ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ τα ζητήματα της οικοδόμησης μιας άλλης πολιτικοσυνδικαλιστικής προοπτικής στην εκπαίδευση και όχι μόνο φυσικά.
Βέβαια ο δραματικός και υπαρξιακός τρόπος που τίθενται τα ζητήματα σήμερα όπου ο αγωνιζόμενος εργαζόμενος, ο αγωνιζόμενος άνθρωπος (ναι, δημιουργούνται οι όροι για να «διεκδικηθεί» ξανά από τον αστισμό ο παρεξηγημένος ανθρωπισμός και η δημοκρατία) πρέπει να παλέψει για το αυτονόητο να… ζει, αυτό αλλάζει όχι μόνο τους τόνους αλλά και την ουσία των ζητημάτων που αντιμετωπίζουμε.
Για τούτο και γίνεται τόσο απεχθής αλλά και επικίνδυνη η απεργοσπασία του ΚΚΕ πχ που πάντα εξάλλου υπήρχε (πχ οι παλιοί θα θυμούνται την σαμποταριστική έως δολοφονική στάση την περίοδο του 815).
Μόνο και μόνο αν αθροίσουμε τα «αυτονόητα» του παρόντος κειμένου αρκεί για να εξηγηθεί γιατί έχει γίνει τόσο δύσκολη και σύνθετη η ζωή των αγωνιστών ενώ από την άλλη έχουν προκύψει μεγάλες ευκολίες για τη διάδοση των αριστερών και επαναστατικών απόψεων. Είναι φανερό ότι όταν ένα κίνημα δεν μπορεί να πετύχει το ελάχιστο (το αυτονόητο!) δεν ανοίγονται οι δρόμοι για τα μέγιστα. Εδώ υπάρχει μια διαλεκτική αλληλεξάρτηση καθώς αυτό το «ελάχιστο» είναι ταυτόχρονα και το μέγιστο που μπορούμε να πετύχουμε σήμερα, στις παρούσες συνθήκες και συσχετισμούς στο δρόμο για την αναίρεση τους. Όσες παρακάμψεις και αν επινοηθούν στο τέλος θα πληρωθούν τα διόδια.
Δεν είναι εύκολος δρόμος η «επανάσταση του αυτονόητου», έχοντας όμως «σύμμαχο» την πραγματικότητα οι παραγόμενες ευκολίες είναι πολύ περισσότερες από αυτές που κάποιοι φαντάζονται αντιμετωπίζοντας με δέος την επίθεση και το σύστημα της εκμετάλλευσης και της εξάρτησης.
Και μια τελευταία παρατήρηση.
Που πήγαν τα συνθήματα για το «χρέος και τη διαγραφή του» στις αφίσες που κυριαρχούν στους δρόμους και στις κινητοποιήσεις υγείας - παιδείας, πολλές από τις οποίες βγήκαν συναινετικά ή και αποκλειστικά από χώρους που τα είχαν προμετωπίδα τους;
Δεν χωράνε στην αφίσα απλά ή στην πραγματικότητα;