Αντίσταση στα Γιάννενα


Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

Για το πρόγραμμα της ΛΑΕ

Η ΛΑΕ προχωράει στην ιδρυτική της συνδιάσκεψη στις 24-26/6 και έδωσε στην δημοσιότητα τις θέσεις και το πρόγραμμά της, σε συνέντευξη τύπου, με τους Λαφαζάνη, Μπόλαρη και Σαραφιανό. Πολλές φορές, μία «ζωντανή» τοποθέτηση μπορεί να δώσει με ανάγλυφο τρόπο το «πνεύμα» που κυριαρχεί σε έναν πολιτικό φορέα, πολύ περισσότερο όταν αυτός ο φορέας αναφέρεται στην αριστερά, τους εργαζόμενους και τον λαό. Για αυτό τον λόγο, επιλέγουμε εισαγωγικά δύο τοποθετήσεις από την παρουσίαση των θέσεων της ΛΑΕ, που θεωρούμε ότι χαρακτηρίζουν όλο το οικοδόμημα του προγραμματικού λόγου αυτού του χώρου.


Λέει ο Λαφαζάνης: «Όπως είπα, η έξοδος από την ευρωζώνη και η συγκρότηση εθνικού νομίσματος, μίας νέας εθνικής νομισματικής πολιτικής, η οποία θα διαμορφώνεται από νέα δημόσια, εκατό της εκατό, Εθνική Κεντρική Τράπεζα, κάτω από τον έλεγχο μιας αριστερής κυβέρνησης, αποτελεί τον πυρήνα και την καρδιά για να μπορέσει η χώρα να αλλάξει πορεία». Στην τοποθέτηση αυτή είναι φανερό ότι συμπυκνώνεται όλη η πολιτική γραμμή της ΛΑΕ από σήμερα μέχρι την εποχή της… αριστερής κυβέρνησης, όπως την εννοεί. Το κλασσικό ρεφορμιστικό σχήμα παίρνει σύγχρονη μορφή. Χωρίς επανάσταση και εργατική – λαϊκή εξουσία αρχίζουμε να «ξεφλουδίζουμε» το σύστημα και η πρώτη «φλούδα» που πρέπει και μπορούμε να πετάξουμε είναι το ευρώ και η υιοθέτηση ενός εθνικού νομίσματος, προϋποθέσεις αλλά ταυτόχρονα και «εργαλεία» αυτού του εγχειρήματος, η αριστερή κυβέρνηση και η εθνική κεντρική τράπεζα. Σημασία στην λεπτομέρεια. Καμία αναφορά του Λαφαζάνη στην ΕΕ και στο ενδεχόμενο αποχώρησης από αυτήν συγχρόνως με την αντικατάσταση του ευρώ. Ξεχάστε την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, ξεχάστε τον χαρακτήρα των παραγωγικών σχέσεων, ξεχάστε το ζήτημα του ποιος κρατάει τα κλειδιά του κράτους, ξεχάστε τον εξαρτημένο χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού, αυτό το τελευταίο ειδικά θάβεται, το κρίσιμο ζήτημα που θα καθορίσει την πορεία της χώρας είναι το εθνικό νόμισμα. Πολλοί θα αντιτείνουν, δεν έχει σημασία να ορίζουν ο λαός και οι εργαζόμενοι το νόμισμα με το οποίο θα ασκούν πολιτική υπέρ των δικών τους συμφερόντων; Να απαντήσουμε ότι οι θέσεις της ΛΑΕ θέλουν να παρακάμψουν ένα κεντρικής σημασίας ζήτημα μέσω της… αλλαγής νομίσματος. Δεν νομίζουμε ότι χρειάζεται και πολύ μεγάλη ανάλυση, ιδιαίτερα στον κόσμο της Αριστεράς, για να κατανοηθεί ότι η έκδοση νομίσματος και η κυκλοφορία του μπορεί να γίνει μόνο από αυτόν που έχει την πολιτική και οικονομική εξουσία σε μία χώρα για να το κάνει. Και για ένα κόμμα που αναφέρεται στην Αριστερά και στη σοσιαλιστική προοπτική αυτό «κανονικά» θα έπρεπε να αποτελεί κεντρικό ζήτημα προβληματισμού, ανάλυσης και τοποθέτησης. Εδώ, στην περίπτωση της ΛΑΕ, αυτό το ζήτημα έχει απαντηθεί με την προοπτική της αριστερής κυβέρνησης μέσα από τις κοινοβουλευτικές εκλογές και όχι με έναν «σύντομο παροξυσμό βίας», όπως μας πληροφορεί η θέση 3.18, η οποία λέει ότι «Ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός προϋποθέτει μια μεγάλη επανάσταση, που θα απλωθεί σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής, ξεκινώντας από τις σχέσεις ιδιοκτησίας, το κράτος και τις διεθνείς σχέσεις της χώρας, για να φτάσει στο δίκαιο, την παιδεία και τον πολιτισμό. Επανάσταση δεν σημαίνει έναν σύντομο παροξυσμό βίας –άλλωστε, είναι οι κυρίαρχες τάξεις και όχι η λαϊκή πλειοψηφία εκείνες που ρέπουν προς τη βία και τον πραξικοπηματισμό για να εμποδίσουν την ιστορική πρόοδο– αλλά μια διαδικασία αγώνων, συγκρούσεων αλλά και πρωτόγνωρης δημοκρατικής χειραφέτησης της εργατικής και λαϊκής πρωτοβουλίας και δημιουργικότητας». Μα ακριβώς επειδή οι κυρίαρχες τάξεις όχι απλώς ρέπουν προς τη βία αλλά την χρησιμοποιούν ωμά και βάρβαρα ενάντια στους εργαζόμενους και τους λαούς, όπως γίνεται σήμερα από τη Γαλλία μέχρι τη Συρία, δεν μπορεί να φτιάχνονται νέες αυταπάτες για «διαδικασία» που θα… παρακάμψει την κεντρική σύγκρουση με το δίλημμα του «ποιος – ποιον». Όταν λοιπόν «λύνεις» όπως η ΛΑΕ το ζήτημα του ποιος και πώς θα έχει την πολιτική και οικονομική εξουσία, μπορείς από εκεί και πέρα με ευκολία να υιοθετείς εθνικά νομίσματα, να φτιάχνεις εθνικές κεντρικές τράπεζες και να ανοίγεις νέες πορείες ανάπτυξης. Σε ενίσχυση των παραπάνω έρχεται μετά τον Λαφαζάνη και η τοποθέτηση της Μπόλαρη στη συγκεκριμένη συνέντευξη τύπου, που μας λέει ότι: «Και σε άλλες χώρες, είτε της Ευρώπης είτε της Λατινικής Αμερικής, είχαμε το φαινόμενο μια κυβέρνηση που εκλέχτηκε στο όνομα της Αριστεράς να μετατοπιστεί δεξιά. Ευτυχώς, στην Ελλάδα υπήρξε και κοινοβουλευτικά αριστερή απάντηση, αριστερή αντιπολίτευση και ευτυχώς κρατιέται ακόμα ένα δυναμικό αγωνιστών που από τα αριστερά αμφισβητεί την πολιτική της και τη μετάλλαξή της και αυτό το θεωρούμε σημαντική προσφορά στο διεθνές κίνημα και στη διεθνή συζήτηση που γίνεται στην παγκόσμια Αριστερά». Πράγματι έχει μεγάλη αξία για το παγκόσμιο κίνημα να βγάλει συμπεράσματα από την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, του ΑΚΕΛ στην Κύπρο και των διάφορων «αριστερών κυβερνήσεων» στη Λατινική Αμερική. Το συμπέρασμα για την ηγεσία της ΛΑΕ είναι ότι «ευτυχώς» που συμμετείχαν στον ΣΥΡΙΖΑ από την συγκρότησή του μέχρι την διακυβέρνηση, για να τον αμφισβητήσουν «από τα αριστερά» στη συνέχεια. Και όπως γράφουν στην θέση 2.17, «Η εφαρμογή των μνημονίων οδήγησε σε ένα μεγάλο κύκλο κοινωνικών αγώνων[…] Αυτοί οι αγώνες θα μπορούσαν να ανοίξουν άλλες πολιτικές δυνατότητες ειδικά την περίοδο του κινήματος των πλατειών, όμως συνάντησαν όρια κυρίως λόγω της έλλειψης ενιαιομετωπικής – αντιμνημονιακής, αντι-ΟΝΕ παρέμβασης των δυνάμεων της Αριστεράς. Η έλλειψη αυτή και οι επιπτώσεις της κρίσης (με την ανεργία, τη μετανάστευση, την μείωση του συνδικαλισμού), έπαιξαν ρόλο στην σχετική ύφεση της περιόδου 2013- 2014 και την ισχυροποίηση της λογικής της κοινοβουλευτικής αναμονής. Όμως έπαιξαν καταλυτικό ρόλο, στην ανατροπή της πολιτικής σκηνής και στην άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση». Ο περιγραφικός τρόπος αυτής της εκτίμησης ουσιαστικά θέλει να φορτώσει σε άλλους αυτό που όσοι συγκροτούν σήμερα την ΛΑΕ πάλευαν με νύχια και με δόντια, την «ισχυροποίηση της κοινοβουλευτικής αναμονής» γιατί κάθε τι άλλο και ειδικά ένα μέτωπο αντίστασης και πάλης θα ήταν «λίγο». Όσο για την δική τους συμβολή στην πολιτικοποίηση των πλατειών ήταν πράγματι πλούσια και ευρηματική με τις μούντζες, τα ελικοπτεράκια και την συνύπαρξη με αντιδραστικούς, με μοναδικό στόχο την κυβερνητική εναλλαγή. Και αυτό το ίδιο πλαίσιο καθοδηγεί σήμερα την τοποθέτηση της ΛΑΕ και μόνο με αυτή την έννοια μπορεί να δει την ανάπτυξη του εργατικού-λαϊκού κινήματος σαν «καταλύτη» στην «ανατροπή της πολιτικής σκηνής» και φυσικά την εκλογή μίας… συνεπούς αριστερής κυβέρνησης. Στην ουσία δεν έχουν ξεκόψει από την λογική ΣΥΡΙΖΑ για τον ρόλο και τα καθήκοντα του κινήματος ούτε κατά κεραία. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να συμβεί κάτι τέτοιο, όταν η σημερινή ηγεσία της ΛΑΕ αποτελούσε βασικό εκφραστή αυτής της λογικής από την εποχή των πλατειών μέχρι τα συλλαλητήρια στήριξης της διαπραγματευτικής «μάχης» της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Τα ζητήματα με τις κατευθύνσεις της ΛΑΕ δεν σχετίζονται μόνο με τις απόψεις της για την επαναστατική ανατροπή και τον ρόλο του εργατικού-λαϊκού κινήματος στην πάλη του ενάντια στην επίθεση αλλά έχουν να κάνουν και στο πώς εξηγούν την κατάσταση στη χώρα και φυσικά στο περιβόητο «μεταβατικό πρόγραμμα», που μπορεί να οδηγήσει στον… σοσιαλισμό. Η θέση 1.14 μας πληροφορεί ότι: «Οι πολιτικές που έχουν διαλέξει διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις έχουν εξυπηρετήσει τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Η Ελλάδα βρίσκεται σε υποδεέστερη θέση ως προς τους ηγεμονικούς σχηματισμούς στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, εντούτοις η αστική τάξη προσπαθεί μέσα από την πρόσδεση στους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς να ενισχύσει τη θέση της και να αποκομίσει οφέλη. Είναι μάλιστα διατεθειμένη ακόμη και να δεχτεί συγκυριακά ένα καθεστώς υπαγόρευσης της ασκούμενης πολιτικής, αν μπορεί έτσι να ενισχύσει την ταξική της θέση, κάτι που φάνηκε και στην περίοδο των μνημονίων». Τι μας λένε εδώ; Ότι είναι «συγκυριακό» το «καθεστώς υπαγόρευσης» από τους ιμπεριαλιστές προς την ντόπια αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό. Όταν όλη η ιστορία γέννησης και ανάπτυξης της ντόπιας αστικής τάξης και μαζί με αυτή του νεοελληνικού κράτους και του ντόπιου καπιταλιστικού σχηματισμού έχει σφραγιστεί από την ιμπεριαλιστική κυριαρχία. Όταν με τα όπλα και την ωμή αιματηρή επέμβαση των ιμπεριαλιστών έχει σωθεί από «του χάρου τα δόντια» η οικονομική και πολιτική εξουσία της ντόπιας κεφαλαιοκρατίας. Όταν εδώ και δεκαετίες τα δεσμά της εξάρτησης ΕΕ-ΝΑΤΟ-Βάσεων έχουν μετατρέψει τη χώρα σε ξέφραγο αμπέλι των ιμπεριαλιστικών στοχεύσεων, είναι το λιγότερο προκλητική η τοποθέτηση περί «συγκυριακής» στάσης της ντόπιας αστικής τάξης. Αλλά όλα τα πράγματα έχουν την εξήγησή τους, στην θέση 2.12 υπάρχει μία κεντρικού χαρακτήρα εκτίμηση: «Η Ελλάδα παρά την κρίση και τη σχετική υποβάθμισή της στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, είναι μία χώρα του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Πρόκειται για μία κοινωνία που από πλευράς παραγωγικών και κοινωνικών δυνατοτήτων διαθέτει τις δυνατότητες για ένα άλλο μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης που να καλύπτει το σύνολο των σύγχρονων βιοτικών, κοινωνικών και πολιτιστικών αναγκών του ελληνικού λαού. Η βασική αντίθεση της ελληνικής κοινωνίας είναι μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Ωστόσο η κυρίαρχη αντίθεση σε πολιτικό επίπεδο, αφορά στην εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών και στην πάλη για την ανατροπή τους με την επιβολή φιλολαϊκού προγράμματος εξόδου από την κρίση. Από την εξέλιξη αυτής της σύγκρουσης θα εξαρτηθεί αν η ελληνική κοινωνία θα βγει από το τέλμα της κρίσης σε προοδευτική κατεύθυνση ή θα συνεχιστεί η παραπέρα φτωχοποίηση και εξαθλίωση του ελληνικού λαού». Νομίζουμε ότι η παραπάνω τοποθέτηση αποτελεί «τον πυρήνα και την καρδιά» της βαθιάς ρεφορμιστικής αντίληψης και κατεύθυνσης της ΛΑΕ. Αν παρακολουθήσουμε την λογική της ανάλυσης της ΛΑΕ για τον χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού, τότε ο δρόμος προς ένα «άλλο μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης» είναι η μοναδική απάντηση και μάλιστα επείγουσα και δυνατή. Άσχετα κατά πόσο θα συμφωνούσαμε ή θα διαφωνούσαμε. Εδώ όμως πραγματικά εφευρίσκεται μία «κυρίαρχη αντίθεση», αυτή του μνημονίου – αντιμνημονίου, για να δικαιολογήσει όλο το οικοδόμημα της πολιτικής κατεύθυνσης της ΛΑΕ. Ποιος είναι ο στόχος της εφεύρεσης; Το λένε οι ίδιες οι θέσεις, η «επιβολή φιλολαϊκού προγράμματος εξόδου». Αλήθεια, από πότε μία «συγκυριακή» πολιτική της αστικής τάξης, όπως αυτή των μνημονίων, όπως πιο πάνω διαβάσαμε, μπορεί να αναχθεί σε κυρίαρχη αντίθεση, στο πολιτικό επίπεδο; Η ηγεσία της ΛΑΕ, με αυτή την ταχυδακτυλουργία, θέλει να συγκαλύψει με αριστερό μανδύα την επαναφορά της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ με άλλον τρόπο. Καθώς μέχρι εκεί μπορεί να φτάσει το ιδεολογικό και πολιτικό φορτίο που κουβαλάει αυτός ο χώρος.

Μία απαραίτητη διευκρίνιση. Τα μνημόνια από ΠΑΣΟΚ –ΝΔ χθες και ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ σήμερα διαμόρφωσαν τους όρους μίας βάρβαρης επίθεσης ενάντια στα δικαιώματα, τις κατακτήσεις, την ίδια τη ζωή του εργαζόμενου λαού. Η αντίσταση και η πάλη απέναντι στα αντεργατικά – αντιλαϊκά μέτρα αποτελεί την βάση πάνω στην οποία μπορεί να συγκροτηθεί ένα ΜΕΤΩΠΟ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ και ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ, που θα βάλει φρένο στην επίθεση και θα συγκροτήσει τις εργατικές – λαϊκές δυνάμεις απέναντι στους αντιπάλους της. Η πολιτική των μνημονίων δεν είναι μία «συγκυριακή» πολιτική της ντόπιας κεφαλαιοκρατίας και του πολιτικού της προσωπικού αλλά συνέχεια όλων των αντεργατικών-αντιλαϊκών μέτρων και πολιτικών, που στόχο έχουν να μεταφέρουν πραγματικές αξίες από κάτω προς τα πάνω και από μέσα προς τα έξω, με την άμεση εμπλοκή και επιτροπεία Αμερικάνων και Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών. Ταυτόχρονα με την αντιλαϊκή επίθεση και σε ενίσχυσή της, όλες αυτές τις δεκαετίες, δυναμώνουν τα δεσμά της εξάρτησης στο πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, ενώ οι αντιθέσεις αλλά και οι συμβιβασμοί των ιμπεριαλιστών επικυρίαρχων μόνο νέα δεινά προκαλούν στον λαό.

Ο λαός, για να βαδίσει τον δικό του δρόμο και να γίνει πραγματικά κυρίαρχος στον τόπο και στον ιδρώτα του, δεν έχει άλλη επιλογή από το να ανατρέψει την ιμπεριαλιστική και αστική κυριαρχία για να οικοδομήσει μία δημοκρατική, ανεξάρτητη και σοσιαλιστική χώρα. Η συγκρότηση του εργατικού – λαϊκού κινήματος σε αυτή την κατεύθυνση είναι μία δύσκολη υπόθεση, καθώς δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο τον ταξικό αντίπαλο αλλά και τους θιασώτες των «φιλολαϊκών διεξόδων», οι οποίοι με τις αυταπάτες και τις λανθασμένες εκτιμήσεις τους συμβάλλουν στον αποπροσανατολισμό και την οπισθοχώρηση του κινήματος.