Αντίσταση στα Γιάννενα


Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Μια αφήγηση κι ένα ευχαριστώ

Το κείμενο είναι γραμμένο από "απεργό ΑΕΙ" που συνελήφθη μετά την πρώτη αντιφασιστική πορεία για τον Φύσσα. Το αναδημοσιεύουμε τώρα και δεν θεωρούμε ότι "αργά". Ο τρόπος που αντιμετώπισε τους διαδηλωτές το σύστημα εκείνη την ημέρα ήταν ένα ξεκάθαρο (προ)μήνυμα για το πως εννοεί τη μάχη κατά του φασιμού η κυβέρνηση και το σύστημα που υπηρετεί. Περιορισμός της Χρυσής Αυγής μεν με ένταση της φασιστικοποίησης απέναντι στο λαό και τις κινητοποιήσεις του δε. Αναδημοισεύουμε μαζί και το κείμενο των κρατούμενων εκείνη τη μέρα στη ΓΑΔΑ.

Στις 18/9, γύρω στις 20.40, ενώ ήταν σε εξέλιξη η πορεία στην Αμφιάλη για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα από φασίστες, βρισκόμασταν στη συμβολή των οδών Τσαλδάρη και Λαμπράκη. Ήμασταν στη μέση του δρόμου, όταν ξαφνικά έγινε μια επιχείρηση διάλυσης της πορείας από τα ΜΑΤ. Κάποιοι βρεθήκαμε κυκλωμένοι από τέσσερις μεριές, με τα γκλομπ να χτυπάνε ασταμάτητα. Καταλήξαμε κολλημένοι σε μια τζαμαρία, προσπαθώντας και να μη μας χτυπήσουν και να μη σπάσει η τζαμαρία πάνω μας. Όταν ο επικεφαλής είπε «πίσω μας είναι όλες οι κάμερες. Καμιά περιττή κίνηση», το ξύλο σταμάτησε και αντικαταστάθηκε από λεκτικές επιθέσεις.
Το πρώτο που θυμάμαι να άκουσα, πέρα από τις αγριεμένες φωνές των οργάνων «αποκατάστασης της τάξης», είναι κάποιον να με φωνάζει. Γύρισα και είδα μια φοιτήτριά μας (δουλεύω σε ένα ΑΕΙ), ένα παιδί που επί μιάμιση βδομάδα ήταν κάθε μέρα μαζί μας στην περιφρούρηση της απεργίας, από τις 7π.μ. μέχρι τις 7μ.μ., να με κοιτάζει με ένα τεράστιο χαμόγελο. Ήταν κι εκείνη στους συλληφθέντες.
Μας μετέφεραν με χειροπέδες στη ΓΑΔΑ. Έφερναν συνέχεια κόσμο. Οι περισσότεροι ήταν μικρά παιδιά, κάποια ανήλικα. Πήραν τα πράγματά μας, όλα, κινητά, τσάντες, ό,τι είχαμε. Άμεσα, άρχισαν να αναπτύσσονται σχέσεις αλληλεγγύης μεταξύ μας, που εντείνονταν όσο πέρναγε η ώρα. Γιατί η ώρα πέρναγε και δεν ξέραμε τι συνέβαινε. Πήραν τα στοιχεία μας 4 φορές.
Ξεχώρισαν κάποιους από μας. Μας έβαλαν να κάτσουμε κάτω, κολλημένοι στον τοίχο, σε ένα διάδρομο και μας μέτραγαν συνέχεια, εκφωνώντας τα ονόματά μας, αντιστοιχώντας ένα νούμερο στον καθένα. Οι συλλήψεις μας είχαν γίνει, της μεγάλης ομάδας, των 25, στη γωνία Τσαλδάρη και Λαμπράκη από τα ΜΑΤ, και των υπολοίπων 8, τους οποίους είχαν διαχωρίσει από την αρχή, σε άλλα σημεία από ΔΕΛΤΑδες. Αυτοί ήταν χτυπημένοι πολύ. Χέρια εμφανώς κακοποιημένα, πόδια να σέρνονται, μάτια πρησμένα, κεφάλια ανοιγμένα. Ένας δεν μπορούσε
ούτε να κουνηθεί γιατί, όπως εκ των υστέρων έμαθα, είχε μπει μπροστά κι έτρωγε ξύλο για να προστατεύσει άλλους.
Δεν είχαμε νερό, τα τσιγάρα (το κάπνισμα επιτράπηκε από μια ώρα και μετά) ήταν λίγα, φαγητό ούτε να το συζητάμε, τα υπόλοιπα ήταν πολυτέλειες. Τα στοιχειώδη πράγματα που είχε ο καθένας στις συνθήκες αυτές δεν τα κρατούσε για τον εαυτό του. Δημιουργήθηκε αυθόρμητα, χωρίς να το συζητήσουμε, κάτι σαν «κοινό ταμείο» και μοιραζόμασταν τα πάντα.
Πολύ γρήγορα ήρθαν οι ΔΕΛΤΑδες που είχαν κάνει τις συλλήψεις. Μας κοίταζαν έναν-έναν, λες και διάλεγαν ποιος θα πάει για σφαγή, και πήγαιναν να καταθέσουν. Ένας απ’ αυτούς, βγήκε και είπε «πάει για κακούργημα». Υποθέσαμε ότι έλεγε για κάποιους άλλους. Κανείς από μας δεν πίστευε ότι θα πήγαινε πέρα από την προσαγωγή το όλο θέμα. Μέχρι που, προς τα ξημερώματα, είδα μια δικηγόρο να περνάει. Τη φώναξα. Ο κλοιός της φρούρησής μας άνοιξε αναγκαστικά για λίγο, μια και στον όροφο υπήρχε αντιπροσωπεία βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ κι η ΓΑΔΑ έπρεπε να δείξει το «καλό» της πρόσωπο. Ήρθε και μου είπε: «Το όνομά σου είναι στους συλληφθέντες και πάτε για κακούργημα». Μας είπε και άλλα ονόματα και καταλάβαμε ότι όλοι πηγαίναμε για κακουργήματα και σειρά πλημμελημάτων, ενώ ανήλικοι και άλλοι ενήλικες αφήνονταν σταδιακά ελεύθεροι.
Κάποια στιγμή μας ενημέρωσαν: διωκόμασταν με τα «συνήθη» αδικήματα για διαδηλώσεις, συν την πρόκληση έκρηξης και την κατοχή εκρηκτικών. Συμμετείχαμε –λέει- σε ομάδα 1.000 ατόμων που προκάλεσε το ένα, το άλλο, το παρ’ άλλο, κ.α. Η κατηγορία έδινε την αίσθηση ότι είχε καταστραφεί το αστυνομικό τμήμα στο οποίο κανείς δεν έφτασε. Δεν είχε καμιά σημασία.
Η δικογραφία θα έφευγε από τη ΓΑΔΑ με αυτές τις κατηγορίες.
Μας μετέφεραν στο Τμήμα Προστασίας Κράτους και Πολιτεύματος. Είχε πια φτάσει το πρωί.
Μας φώναζαν έναν-έναν για να μας διαβάσουν την «έκθεση σύλληψης». Αρνηθήκαμε να την υπογράψουμε. Συνειδητοποιήσαμε ότι πάνω μας θα έστηναν το σενάριο των «δύο άκρων».
Άλλωστε, ο Ρουπακιάς κρατούνταν στο ίδιο κτίριο και ο συμψηφισμός χρειαζόταν. Αποφασίσαμε να γράψουμε ένα κείμενο και αρχίσαμε να σκεφτόμαστε πώς θα το βγάζαμε προς τα έξω, τα αυτονόητα είχαν τελειώσει προ πολλού στην περίπτωσή μας. Οι κρατούμενοι σ’ αυτή τη χώρα δεν έχουν λόγο, δεν έχουν πρόσωπο. Και, άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο (γιατί κι εδώ υπάρχουν διακρίσεις), δεν έχουν ορισμένα στοιχειώδη δικαιώματα.
Άυπνοι/ες. Διαλυμένοι/ες από την κούραση. Ασφαλίτες πέρναγαν, αλλάζοντας βάρδια, φρέσκοι-φρέσκοι. Εμείς, ταλαιπωρημένοι/ες, πνιγμένοι/ες στα χημικά, δεν είχαμε ούτε στοιχειώδη δυνατότητα να βοηθήσουμε εκείνους που ήταν χτυπημένοι.
Κρατάγαμε γερά όμως. Δε φοβόμασταν. Δεν είχαμε τίποτα παρά ο ένας τον άλλο. Μια παρέα, που δημιουργήθηκε στη στιγμή, με ισχυρούς δεσμούς μεταξύ της, και που μπορούσε να σταθεί απέναντι σε ό,τι προέκυπτε στον καθένα από μας. Κανένας δεν ήταν μόνος του. Ήμασταν ένα κι αυτό ήταν εκείνο από το οποίο δεν κάναμε πίσω.
Μετά τις 10πμ μας οδήγησαν στα κρατητήρια. Η σιδεριά έκλεισε και βρεθήκαμε πίσω απ’ τα κάγκελα. Αλλού οι άντρες, αλλού οι γυναίκες. Εμάς, μας υποδέχθηκαν άλλες κρατούμενες με χαμόγελο. Παραχωρώντας μας αντικείμενα στοιχειώδους αξίας, που μέσα εκεί είναι πολύτιμα.
Ένα στρώμα αντιστοιχούσε σε όποιον ήταν τυχερός να βρει ελεύθερο, κι ένα συσσίτιο. Από κει και πέρα, τίποτα. Όλα έχουν τίμημα στη φυλακή. Μπαίνεις, το τηλέφωνο, το ντους κι η τουαλέτα είναι δίπλα, αλλά δεν έχεις τα στοιχειώδη για να πας.
Δεν έχει νόημα να συνεχίσω την αφήγηση. Δεν έχει νόημα να μπω σε λεπτομέρειες για πράγματα που θα μείνουν χαραγμένα βαθιά μέσα μας… Τα τραύματά του τα κουβαλάει κανείς μόνος του. Το ίδιο και τα θετικά στοιχεία μιας εμπειρίας. Έχει όμως σημασία να πω ότι μας βοήθησε η προηγούμενη συλλογική εμπειρία. Ό,τι ξέραμε κι ό,τι είχαμε ακούσει. Κι η εφευρετικότητα. Λύνει πολλά προβλήματα, είναι η αλήθεια. Κυρίως όμως, αυτό που λύνει τα προβλήματα, είναι η συλλογική αντιμετώπισή τους.
Αν κάτι θέλω να πω με την αφήγηση όλης αυτής της εμπειρίας είναι ότι το θάρρος προκύπτει στα δύσκολα. Προκύπτει αυτόματα. Όταν σε φτάνουν στο όριο, όταν σε κολλάνε στον τοίχο, όταν σου αφαιρούν στοιχειώδη δικαιώματα, όταν στέκονται μπροστά σου και σε χτυπάνε, εκείνη τη στιγμή προκύπτει το θάρρος. Το ζήτημα όμως δεν είναι το θάρρος. Είναι η οργή. Η οργή για ό,τι μας συμβαίνει. Δεν είναι αυτονόητο ότι την έχουμε. Πρέπει να τη βρούμε.
Όταν βρίσκεται κανείς κολλημένος στο τοίχο, μπορεί να κάνει τρία πράγματα: Α. Να σπρώξει το διπλανό του μπροστά, για να γλυτώσει ο ίδιος. Β. Να πιάσει το χέρι του διπλανού του για να αντιμετωπίσουν τη βία που τους ασκείται μαζί. Γ. Να μπει μπροστά για να προστατεύσει τους υπόλοιπους.
Ως απεργός, με όλη τη σημασία της λέξης, δεν περιμένω τίποτα άλλο, παρά να τσακωθούμε μεταξύ μας για έναν και μόνο λόγο: για το ποιος θα μπει μπροστά για να προστατεύσει τους υπόλοιπους. Όλα τα άλλα είναι απλώς εκ του ασφαλούς.
Ευχαριστώ θερμά όλους εκείνους που εκδήλωσαν τη στήριξή τους τις προηγούμενες μέρες.
Ιδιαίτερα όμως οφείλω να ευχαριστήσω τους συντρόφους και φίλους με τους οποίους βρισκόμαστε κάθε μέρα στην απεργία μαζί από τις 7π.μ. μέχρι αργά το βράδυ, που, παρά την κούρασή τους, μετά την περιφρούρηση της απεργίας, αντί να πάνε σπίτι τους για ύπνο, επέλεγαν να έρχονται στη ΓΑΔΑ ή τα δικαστήρια. Τέλος, δεν μπορώ παρά να πω ένα ευχαριστώ σε όλα εκείνα τα παιδιά που βρεθήκαμε μαζί στη ΓΑΔΑ. Στους συλληφθέντες του Τμήματος Προστασίας Κράτους και Πολιτεύματος.

ΥΓ. Μου είπαν ότι βρέθηκαν και κάποιοι μεγαλόσχημοι που είπαν: «Καλά να πάθει. Απ’ αυτούς που απεργούν δεν είναι άλλωστε;». Θέλω να πω σ’ αυτούς τους κυρίους ότι δε θα έχουν ποτέ στη ζωή τους την τύχη να νιώσουν όσα θετικά νιώσαμε οι κρατούμενοι του Τμήματος Προστασίας Κράτους και Πολιτεύματος στις 18 και 19/9. Γιατί δεν το’ χουν. Δεν έχουν ίχνος από το μεγαλείο που έχουν εκείνοι που κατατάσσονται «αυτοδικαίως» στην κατηγορία των «αποβρασμάτων» αυτής της χώρας. Δεν έχουν τίποτα. Παρά μόνο την εξουσία τους. Ας μείνουν μ’ αυτήν κι ας κάνουν παρέα μαζί της τα μοναχικά βράδια που εμείς, τα «αποβράσματα», θα κάνουμε ένα μεγάλο, τεράστιο, πάρτι.

Κείμενο συλληφθέντων – 19/9

Την Τετάρτη 18/9 μας συνέλαβαν στην πορεία που έγινε στο Κερατσίνι μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα από συμμορία φασιστών την προηγούμενη μέρα. Συλλήψεις στο σωρό, μετά από επιθέσεις των ΜΑΤ.
Σήμερα, κρατούμαστε στη Γ.Α.Δ.Α. φορτωμένοι με σειρά ανυπόστατων κατηγοριών για «γεγονότα» που ποτέ δε συνέβησαν. Αρκετοί από μας χτυπήθηκαν σοβαρά την ώρα της σύλληψης.
Ήμασταν εκεί και αν μπορούσαμε να γυρίσουμε πίσω το χρόνο, πάλι εκεί θα ήμασταν. Γιατί δολοφονήθηκε ένας άνθρωπος, αυτή τη φορά για την πολιτική του δράση. Βρεθήκαμε εκεί ενάντια στο φασισμό και τις δολοφονικές επιθέσεις, είτε προέρχονται μέσα από νεοναζιστικές συμμορίες είτε μέσα από το ίδιο το κράτος και την καταστολή.
Αρνούμαστε όλες τις κατηγορίες.
Προς τους διώκτες μας:
Δε θα στήσετε πάνω μας τη θεωρία των «δύο άκρων». Τη θεωρία ενός κράτους που κρατάει «τα ίσα» απέναντι στους φασίστες και τους αντιφασίστες, για να εδραιώσετε μια εικόνα «ομαλής διαχείρισης» που δήθεν κάνετε, πετώντας στον καιάδα της εξαθλίωσης όλο και περισσότερους από εμάς.
Κάποιοι έπρεπε να συλληφθούν για να στηθεί για πολλοστή φορά το ίδιο παραμύθι συλλήψεων και χτυπημάτων σκορπώντας το φόβο ανάμεσα μας. Γνωρίζουμε καλά ότι το παιχνίδι είναι στημένο στις πλάτες όλων μας.
Εδώ, γνωρίζοντας ο ένας τον άλλον αισθανόμαστε πιο δυνατοί.
Ευχαριστούμε όλους τους αλληλέγγυους-ες και τους συντρόφους-ισες που βρίσκονται παντού.
Εκφράζουμε στην οικογένεια και τους φίλους του Παύλου τη συμπαράσταση μας.

Κρατούμενοι-ες του Τμήματος
«Προστασίας κράτους και πολιτεύματος»
(6ος όροφος Γ.Α.Δ.Α.)