Αντίσταση στα Γιάννενα


Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

Η απροθυμία των ηγεσιών και οι αναγκαιότητες της περιόδου

Η εικόνα ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Μέσα στο τριήμερο 6-7-8 Μάη ξεδιπλώθηκε μπροστά στα μάτια των εργαζομένων όλη η κατάντια στην οποία έχει περιέλθει το συνδικαλιστικό κίνημα και οι δυνάμεις που κυριαρχούν σε αυτό.
Και το ότι η ψήφιση του αντιασφαλιστικού-φοροληστρικού νόμου συνέπεσε με τον (ετεροχρονισμένο) γιορτασμό της 130ης επετείου της Εργατικής Πρωτομαγιάς έκανε την κατάντια να φαίνεται ακόμη πιο ξεκάθαρα.

Για τρεις ολόκληρους μήνες υποτίθεται ότι σχεδιαζόταν η απάντηση στις κυβερνητικές προθέσεις για το ασφαλιστικό-φορολογικό. Από τις 4 Φλεβάρη είχε εξαγγελθεί η υποτιθέμενη κλιμάκωση του αγώνα με τη μορφή 48ωρης απεργίας «εάν η κυβέρνηση τολμήσει να φέρει το νομοσχέδιο στη Βουλή». Ο χρόνος, λοιπόν, για προετοιμασία δεν έλειπε. Και το γνωστό επιχείρημα της υποταγμένης συνδικαλιστικής ηγεσίας πήγε περίπατο. Μαζί με αυτό βέβαια πήγε περίπατο και η επιχειρηματολογία του ΠΑΜΕ το οποίο θέλει κι αυτό… το χρόνο του για να «προετοιμάσει». Από χρόνο, λοιπόν, είχαμε αρκετό. Γι’ αυτό και η αποτυχία της απεργίας χρεώθηκε στην… κυβέρνηση. Η οποία «τόλμησε» τελικά, αλλά χωρίς καμία συνεννόηση! Εντελώς ύπουλα, το σαββατοκύριακο! Κι έτσι όλη η προετοιμασία πήγε, επίσης, περίπατο λόγω… αιφνιδιασμού.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα νέα δεδομένα, οι προϋποθέσεις για μία επιτυχημένη απεργιακή κινητοποίηση είναι δύο: πρώτον, επαρκής χρόνος για προετοιμασία και, δεύτερον, ο ταξικός αντίπαλος να είναι συνεννοήσιμος και να μην κάνει αιφνιδιαστικές, μονομερείς κινήσεις. Μέχρι την επόμενη πρόκληση, βέβαια, όπου μπορεί να προκύψει και καμία ακόμη προϋπόθεση για να δικαιολογήσει την απροθυμία των δυνάμεων αυτών να συγκρουστούν με τις δυνάμεις του συστήματος.
Γιατί πρόκειται περί απροθυμίας και όχι ανικανότητας. Οι δυνάμεις που κυριαρχούν σήμερα στα συνδικάτα δεν έχουν την παραμικρή διάθεση να συγκρουστούν με τον ταξικό αντίπαλο. Δεν έχουν καμία διάθεση να οργανώσουν τους αγώνες της εργατικής τάξης με τέτοιο τρόπο που θα βάλει σε κίνδυνο την αστική πολιτική και τις κινήσεις της. Ακόμη και όταν οι διαθέσεις των λαϊκών και εργαζόμενων μαζών βγουν μαχητικά μπροστά πιέζοντας, οι δυνάμεις αυτές θα κάνουν ό,τι μπορούν για να τις φέρουν στα δικά τους μέτρα και τελικά να τις αφοπλίσουν. Και αν για τις συνδικαλιστικές ηγεσίες σε ΓΣΕΕ και
ΑΔΕΔΥ αυτό είναι πάνω-κάτω γνωστό, τώρα έγινε ακόμη πιο φανερό ότι ισχύει και για το ΠΑΜΕ. Το οποίο για τρεις ολόκληρους μήνες εκτέθηκε -από κοινού με τη ΓΣΕΕ- με τη γραμμή της κλιμάκωσης για να αποδειχτεί ότι στην πράξη η γραμμή του οδηγούσε στην αποκλιμάκωση και την εκτόνωση.
Επί τρεις μήνες, λοιπόν, αυτό που ετοιμαζόταν δεν ήταν σύγκρουση με τις δυνάμεις τους συστήματος, όπως δημαγωγικά υπόσχονταν αστικές και ρεφορμιστικές ηγεσίες στο συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά μια απλή διαμαρτυρία. Διαμαρτυρία που είχε στόχο να βγάλει και τους μεν και τους δε από την υποχρέωση, να δικαιολογήσει τους ρόλους τους. Διαμαρτυρία που είναι συνέχεια της γραμμής συμβιβασμού που υπηρετούν οι ηγεσίες αυτές.
Μία γραμμή, ωστόσο, η οποία θα δοκιμάζεται ολοένα και περισσότερο. Γιατί οι δυνάμεις της επίθεσης έχουν αποθρασυνθεί τόσο που δεν αποδέχονται πλέον κανένα συμβιβασμό, αλλά απαιτούν την πλήρη υποταγή της εργατικής τάξης.
Μια γραμμή από την οποία δεν μπορούν να ξεφύγουν αυτές οι ηγεσίες. Γιατί αντανακλά τη συνολικότερη πολιτική πρόταση που υπηρετούν, τις ιδεολογικές και πολιτικές τους αφετηρίες. Γι’ αυτό και η αποτυχημένη κατάληξη είτε βαφτίζεται επιτυχία
είτε χρεώνεται σε… άλλους. Είτε στο λαό και τους εργαζόμενους (εδώ κολλάει το επιχείρημα περί προετοιμασίας) είτε στην κυβέρνηση (που δεν σεβάστηκε την προετοιμασία και μας αιφνιδίασε).
Μόνο που αυτήν τη φορά η αποτυχία παραήταν παταγώδης και οι τόνοι πριν την απεργία ανέβηκαν ιδιαίτερα. Και στις συνειδήσεις του λαού ήδη αναζητούνται ευθύνες. Πόσο μάλλον τώρα, που η αναιμική αντίδραση στο κυβερνητικό τερατούργημα (που για κάποιους όριζε και τη «μάχη των μαχών») άνοιξε τις ορέξεις των δυνάμεων του συστήματος για ένταση και επιτάχυνση της επίθεσης.
Ωστόσο, αυτές οι ευθύνες, για να αποδοθούν με τους όρους και τη βαρύτητα που πρέπει, χρειάζονται και τις κατάλληλες συνθήκες. Χρειάζονται όρους πρωτοβάθμιας συγκρότησης (σωματεία, επιτροπές) που θα επιτρέπουν την ουσιαστική και αποφασιστική συμμετοχή των εργαζομένων. Χρειάζονται συνδικάτα μαζικά και ζωντανά, χώρους πολιτικής προετοιμασίας των εργαζομένων, όπλα αγώνα και διεκδίκησης στα χέρια των εργαζομένων.
Αντί γι’ αυτά, οι εργαζόμενοι έχουν σωματεία απομαζικοποιημένα και απαξιωμένα, με διαδικασίες ανύπαρκτες ή αδιάφορες. Σωματεία που δεν μπορούν καν να παλέψουν για τα άμεσα αιτήματα, πόσο μάλλον να θέσουν τα ζητήματα προοπτικής της εργατικής τάξης. Είναι το αποτέλεσμα της αστικής και ρεφορμιστικής κυριαρχίας, της ταξικής συνθηκολόγησης, των αυταπατών για το με ποια γραμμή και με ποιους στόχους θα οικοδομηθεί η υπόθεση της εργατικής τάξης.
Και αν η πρωτοβάθμια συγκρότηση των εργαζομένων βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση, είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς πόσο μακριά από τους εργαζόμενους βρίσκονται τα δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια συνδικαλιστικά όργανα. Και όσο πιο μακριά από τους εργαζόμενους, τόσο πιο κοντά στην αστική τάξη και το κεφάλαιο. Είναι πρόσφατο και τρανταχτό το παράδειγμα της ΟΛΜΕ και του ξεπουλήματος του αγώνα των καθηγητών. Είναι γνωστή σε όλους η περίπτωση της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων όπου ο συσχετισμός στα όργανά της βασίζεται σε εργοδοτικά σωματεία-φαντάσματα.
Και βέβαια είναι γνωστός ο ρόλος και ο χαρακτήρας της ΓΣΕΕ.
Αντιλαμβανόμαστε πλήρως την αναγκαιότητα ενός δομημένου συνδικαλισμού. Είναι, θεωρούμε, προϋπόθεση για τη μαζική οργάνωση της εργατικής τάξης και των εργαζομένων, αλλά και για να τεθεί με μαζικούς όρους η υπόθεση της κοινωνικής ανατροπής και της οργάνωσης της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Ωστόσο, όπως γράφαμε και στα κείμενα της 8ης Συνδιάσκεψής μας, «η μέχρι τα σήμερα «θεσμοθετημένη» συγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος, στα τρία επίπεδα, αποτελεί ταυτόχρονα τόσο αγωνιστική παρακαταθήκη μίας προηγούμενης αγωνιστικής και μαχητικής περιόδου διεκδικήσεων, όσο και την «παρακαταθήκη» του σύγχρονου εργατοπατερισμού της ταξικής υποταγής και της ανάθεσης». Και θεωρούμε λάθος να παραγνωρίζεται αυτός ο διπλός χαρακτήρας. Είτε προς τη μια είτε προς την άλλη κατεύθυνση.
Σε κάθε περίπτωση το κρίσιμο ζήτημα παραμένει και είναι η εμπλοκή εργαζομένων στην υπόθεση του κινήματος, η ανάδειξη των πραγματικών στόχων της αντίστασης και της διεκδίκησης που πρέπει να έχει το εργατικό κίνημα, ο σαφής διαχωρισμός από την πολιτική και την πρακτική των εργατοπατέρων, αλλά πάντα με στόχο την υπεράσπιση της οργανωμένης συνδικαλιστικής δράσης και όχι τον αναχωρητισμό.