Αντίσταση στα Γιάννενα


Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Σαν το ψάρι στο νερό…

Η συμμετοχή του Αλ. Τσίπρα στις συναντήσεις των Ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών, με την ιδιότητα του «παρατηρητή», αποτελεί ένα ακόμα στοιχείο για την πορεία μετεξέλιξης του ΣΥΡΙΖΑ σε όλο και πιο δεξιά κατεύθυνση. Η ανταπόκριση τόσο στην πρόσκληση Ολάντ για την συνάντηση στο Παρίσι πρωθυπουργών, κυβερνητικών στελεχών συγκυβερνήσεων και στελεχών της ΕΕ, όσο και στην πρόσφατη συνάντηση πριν από την σύνοδο κορυφής της ΕΕ για την συμφωνία με την Τουρκία, εκεί που συμμετείχε και το ΠΑΣΟΚ με την Φώφη Γεννηματά, δικαιολογήθηκε από την μεριά Τσίπρα και ΣΥΡΙΖΑ ως «διεύρυνση των συμμαχιών προς τον προοδευτικό χώρο για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και του προσφυγικού ζητήματος, απέναντι στις νεοφιλελεύθερες, ρατσιστικές και ξενοφοβικές πολιτικές στην Ευρώπη». Μάλιστα, εκτός από «παρατηρητής», απέκτησε και ρόλο «μεσολαβητή» για να πείσει τους Podemos να συγκυβερνήσουν με το ισπανικό σοσιαλιστικό κόμμα.


Έχει την σημασία του να δούμε ποιοι συμμετείχαν στη συνάντηση του Παρισιού, καθώς, όπως και να το κάνουμε, είχε πιο επίσημο χαρακτήρα από μία «συνηθισμένη» σύνοδο των αρχηγών των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων πριν από κάθε σύνοδο κορυφής της ΕΕ. Εκτός από τον Ολάντ, συμμετείχαν ο πρωθυπουργός της Ιταλίας Ματέο Ρέντσι, ο Γερμανός αντικαγκελάριος Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, ο καγκελάριος της Αυστρίας Βέρνερ Φάιμαν, ο νέος πρωθυπουργός της Πορτογαλίας Αντόνιο Κόστα, ο πρωθυπουργός της Μάλτας Γιόζεφ Μούσκατ, ο υπουργός Εσωτερικών του Λουξεμβούργου Ζαν Άσελμπορν και ο ηγέτης του Εργατικού Κόμματος της Ολλανδίας Ντέρικ Σάμσον. Συμμετείχαν επίσης ο πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς, η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Φεντερίκα Μογκερίνι και ο επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων Πιερ Μοσκοβισί.

Η εκτίμηση ότι η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία αποτελεί «προοδευτικό χώρο» δεν αποτελεί σημερινή ανακάλυψη της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ αλλά έρχεται από παλιά, όταν εκτιμούσε τον «αέρα αλλαγής» που θα έπνεε στην Ευρώπη από την εκλογή Ολάντ στην γαλλική προεδρία, όταν θεωρούσε τον Ρέντσι από τους πιο σημαντικούς παράγοντες για την συγκρότηση της περιβόητης «συμμαχίας του Νότου» και όταν ακόμα έβλεπε δυνατότητες συμμαχίας με τις «υγιείς δυνάμεις» του ΠΑΣΟΚ αφού πρώτα απαλλαγεί από τον Βενιζέλο. Για τον Αλ. Τσίπρα και την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ μάλλον αποτελούν «λεπτομέρειες» ότι ο Ολάντ και συνολικά ο γαλλικός ιμπεριαλισμός αιματοκυλά σήμερα την Συρία αφού προηγουμένως έσπειρε τον όλεθρο στην Λιβύη και αποτελεί μία από τις αιχμές της επίθεσης στους εργαζόμενους και τους λαούς της Ευρώπης και βασικό παράγοντα για την επιβολή των μνημονίων στην χώρα μας. Αλλά και οι υπόλοιποι «επιφανείς αστέρες» της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας έχει ο καθένας τον ρόλο του τόσο στην χώρα του όσο και σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Από τον Γκάμπριελ και τον Ρέντσι ως τον Φάιμαν, τον Σούλτς και τον Μοσκοβισί, μπορούμε να αναγνωρίσουμε οργανικά στελέχη του καπιταλιστικού – ιμπεριαλιστικού συστήματος, εκπροσώπους της πιο βάρβαρης επίθεσης ενάντια στην ζωή και τα δικαιώματα των λαών.

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ από την ανάληψη της κυβερνητικής διαχείρισης προσπάθησε να δημιουργήσει ευνοϊκούς συσχετισμούς και συμμαχίες αξιοποιώντας –τρομάρα της– είτε τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς ΗΠΑ –ΕΕ είτε αυτούς μέσα στην ίδια την ΕΕ. Η σκληρή πραγματικότητα του ιμπεριαλιστικού κόσμου αποκάλυψε με ωμό τρόπο τα αδιέξοδα αυτής της κατεύθυνσης, καθόρισε την πορεία των εξελίξεων προς τον «ρεαλισμό» και την πλήρη υποταγή. Η εισχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ στις δυνάμεις της επίθεσης, η υπογραφή της συμφωνίας της 20 Φλεβάρη με πλήρη αποδοχή του πλαισίου ΕΕ-ΔΝΤ-ΕΚΤ, η υπογραφή του τρίτου μνημονίου κάτω από την άμεση παρέμβαση και των ΗΠΑ το καλοκαίρι, καθορίζει και τα χαρακτηριστικά της φυσιογνωμίας του ΣΥΡΙΖΑ. Ως εκπρόσωπος, πλέον, της ντόπιας αστικής τάξης στις διαπραγματεύσεις με τους ιμπεριαλιστές για τον ρόλο και την θέση της στο τοπικό και ευρωπαϊκό πλαίσιο, είναι υποχρεωμένος να προσαρμοσθεί ανάλογα και να υπηρετήσει με συνέπεια αυτόν τον ρόλο. Έτσι η σοσιαλδημοκρατικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ έρχεται με γρήγορους ρυθμούς και έχει ανάγκη να συντονιστεί και να βρει κοινό βηματισμό με τις αντίστοιχες πολιτικές δυνάμεις τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο αλλά και στο εσωτερικό της χώρας.

Ταυτόχρονα, αποδεικνύονται φρούδες οι ελπίδες ότι θα μπορούσε να αποτελέσει αντίβαρο στις απαιτήσεις των «σκληρών»της ΕΕ και της Ευρωζώνης ο Ομπάμα, ο Τζακ Λιου και το ΔΝΤ. Ο Τσίπρας και ο Τσακαλώτος καταγγέλλουν τις «παράλογες» απαιτήσεις του ΔΝΤ όλη την περίοδο των διαπραγματεύσεων για την αξιολόγηση και θυμίζουν έντονα τον Σαμαρά προ διετίας που ζητούσε και αυτός την απεμπλοκή του ΔΝΤ από το «πρόγραμμα». Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ μπλεγμένη στα αδιέξοδά της θεώρησε ότι θα μπορούμε να αξιοποιήσει –ξανά τρομάρα της– την θέση του ΔΝΤ για την μείωση του χρέους χωρίς την λήψη ακόμα πιο βάρβαρων μέτρων στο ασφαλιστικό, τα εργασιακά, το φορολογικό.

Έτσι, σήμερα είναι αναγκασμένη να αναζητεί στήριξη προς την ευρωπαϊκή πλευρά συνολικά και την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία ιδιαίτερα. Το αν και κατά πόσο θα βρει «κατανόηση» αυτό είναι μίας άλλης τάξεως ζήτημα που θα καθοριστεί από τους γενικότερους γεωστρατηγικούς συσχετισμούς και ανταγωνισμούς έτσι όπως αυτοί διαμορφώνονται με οξυμένο και αιματηρό για τους λαούς τρόπο και όχι από τα ζητήματα στον οικονομικό τομέα. Καθώς αυτά τα τελευταία έχουν μία μόνιμη και σταθερή κατεύθυνση, της ολομέτωπης επίθεσης, η οποία σε καμία περίπτωση δεν ακυρώνεται, δεν παγώνει αλλά κλιμακώνεται συνέχεια.

Ο κοινός βηματισμός που επιδιώκει ο ΣΥΡΙΖΑ με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία αναζητώντας μία «αντινεοφιλελεύθερη συμμαχία» έχει προεκτάσεις και στο ντόπιο πολιτικό σύστημα, καθώς αυτή του η κίνηση περιπλέκει τα ζητήματα της συγκρότησης της κεντροαριστεράς στην χώρα, πρωτοβουλία που έχει αναλάβει το ΠΑΣΟΚ και η Φώφη Γεννηματά. Είναι προφανές ότι όσο ο Αλ.Τσίπρας συμμετέχει στις συσκέψεις και τις συναντήσεις των Ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών, ακόμα και ως «παρατηρητής», τόσο περισσότερο θα αναζητούνται φόρμουλες επικοινωνίας και συνεργασίας στο εσωτερικό της χώρας και μάλιστα σε μία περίοδο ιδιαίτερα οξυμένη από κάθε πλευρά. Δεν θεωρούμε ότι είναι άσχετη με τα παραπάνω και η κατανόηση –πραγματική αυτή– που έδειξε η Γεννηματά προς τον ΣΥΡΙΖΑ για την υπόθεση Μουζάλα και την κόντρα με τον Καμμένο. Έτσι και αλλιώς, για τον Αλ. Τσιπρα και την υπόλοιπη ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, φαίνεται να είναι σχεδόν αναγκαστική η προσέγγιση με την κεντροαριστερά στο εσωτερικό της χώρας ως αντίβαρο της φθοράς από την αντεργατική-αντιλαϊκή πολιτική του και με την αιτιολογία να μπει φραγμός στη δεξιά του Μητσοτάκη. Ανεξάρτητα του κατά πόσο θα πετύχει μία τέτοια προσέγγιση, το σίγουρο είναι ότι οι κινήσεις όλων των παραγόντων του αστικού πολιτικού συστήματος κατευθύνονται στο να βάλουν ένα τέλος στην «ρευστοποίησή» του και να διαμορφωθούν ισχυρά σχήματα που να μπορέσουν να παίξουν ρόλο εκπροσώπησης της ντόπιας κεφαλαιοκρατίας.