Αντίσταση στα Γιάννενα


Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Να αγωνιστούμε για την ανατροπή του «νέου» ασφαλιστικού

Το «νέο» ασφαλιστικό σχεδιάζει με εντατικούς ρυθμούς η κυβέρνηση, υπό την καθοδήγηση των τροϊκανών και σύμφωνα με το σχετικό «οδικό χάρτη» που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του 3ου μνημονίου και στον αντίστοιχο νόμο 4336/2015. Αξιοποιώντας ως βάση αναφοράς το διαβόητο πόρισμα της επιτροπής «σοφών» που ορίστηκε για το θέμα, η κυβέρνηση θέλει μέσα στο Νοέμβρη να υλοποιήσει το ξεθεμελίωμα του δικαιώματος στη σύνταξη για όλους τους εργαζόμενους, νέους, παλιούς και συνταξιούχους. Το σχετικό νομοσχέδιο θα περιλαμβάνει αλλαγές σε κάθε πτυχή του ασφαλιστικού συστήματος, με σκοπό τη ριζική αναδιαμόρφωσή του και στόχο την «οριστική» ισοπέδωση της κατάκτησης που ονομάζεται σύνταξη.
Τα κέντρα του συστήματος μέσα κι έξω από τη χώρα απαιτούν αποφασιστικά άλματα στο ασφαλιστικό που θα ολοκληρώσουν την επίθεση που ξεκίνησε με το πρώτο μνημόνιο αλλά θεωρείται πλέον «λίγη», τόσο σε σχέση με το μέγεθος της αφαίμαξης του λαϊκού εισοδήματος και της ισοπέδωσης των εργατικών κατακτήσεων που απαιτείται όσο και σε σχέση με το συσχετισμό που εκτιμούν ότι διαθέτουν. Θέλουν να εκμεταλλευτούν τη γενική αποσυγκρότηση του εργατικού κινήματος και το ιδιαίτερο κλίμα απογοήτευσης και σύγχυσης που επικρατεί στο λαό και τους εργαζόμενους, κλίμα που εκφράζεται και με την κινηματική νηνεμία της περιόδου, προκειμένου να διαμορφώσουν ένα ασφαλιστικό που θα εξασφαλίζει μόνο εισφορές στα κρατικά ταμεία, τόσο άμεσα όσο και σε βάθος χρόνου. Όσο για τη σύνταξη, αυτή θα αφορά μόνο όσους καταφέρουν να περάσουν τα απαγορευτικά όρια ηλικίας και χρόνων ασφάλισης που ορίζονται, αλλά ακόμα και γι’ αυτούς, όπως και για όλους τους υπόλοιπους, η σύνταξη θα αποτελεί στην ουσία ένα προνοιακό επίδομα που δεν θα έχει καμία σχέση με τη σύνταξη όπως την ξέραμε ως τώρα και δεν θα διασφαλίζει ούτε καν την επιβίωση των συνταξιούχων.
Η βασική κατεύθυνση
Η βασική κατεύθυνση του ασφαλιστικού που σχεδιάζεται περιγράφεται με το γνωστό τρίπτυχο: αργότερα, λιγότερα, χειρότερα. Όλες οι αλλαγές που έρχονται υπηρετούν αυτή την κατεύθυνση, η οποία βέβαια δεν είναι καινούρια. Το σχήμα όμως που ετοιμάζεται συνδυάζει πόθους δεκαετιών για το σύστημα και ορίζει μια νέα πραγματικότητα. Η αύξηση των ορίων ηλικίας και των απαιτούμενων χρόνων ασφάλισης δεν επιτρέπει εξαιρέσεις και σε συνδυασμό με την επιβάρυνση για ενδεχόμενη «πρόωρη» συνταξιοδότηση προσπαθεί να πετύχει ουσιαστική αύξηση του μέσου όρου ηλικίας συνταξιοδότησης για το σύνολο των εργαζόμενων, συμπεριλαμβάνοντας και όσους υπολόγιζαν να βγουν σύντομα. Τα όρια που έχουν ψηφιστεί ήδη με το νόμο για τα προαπαιτούμενα αυξάνονται διαδοχικά ώστε από το 2022 κανείς να μη βγαίνει στη σύνταξη πριν τα 67 ή τα 62 με 40 χρόνια ασφάλισης. Το ύψος της σύνταξης, μέσα από διάφορους μηχανισμούς υπολογισμού ντυμένους με «τεχνοκρατική» ορολογία, μειώνεται δραματικά, χωρίς να αφήνει εκτός και τους ήδη συνταξιούχους για τους οποίους προβλέπονται νέες μειώσεις. Παράλληλα, οι εισφορές, μαζί και οι «έκτακτες» κάθε είδους, μειώνουν ακόμα περισσότερο το εισόδημα των εργαζόμενων άμεσα, προσθέτοντας την ασφάλιση στα ήδη δυσβάστακτα φορολογικά βάρη. Εκτός του οικονομικού, ο νέος γύρος επίθεσης στο ασφαλιστικό συνοδεύεται από μια επίθεση και στο ιδεολογικό επίπεδο, σε μια προσπάθεια περαιτέρω αποσυγκρότησης και διάβρωσης των λαϊκών συνειδήσεων ώστε να υποταχτούν αδιαμαρτύρητα στην αντιλαϊκή πολιτική όπως εκφράζεται στο ζήτημα του ασφαλιστικού.
Ο τρόπος υπολογισμού της σύνταξης
Το κύριο χαρακτηριστικό του «νέου» ασφαλιστικού θα είναι η λογική της λεγόμενης «ανταποδοτικότητας». Σύμφωνα με αυτή, ο κάθε συνταξιούχος θα πρέπει να λαμβάνει σύνταξη υποτίθεται ανάλογη των συνολικών ασφαλιστικών του εισφορών στη διάρκεια του εργασιακού του βίου. Το σύνολο αυτών των εισφορών θα πιστώνεται σε έναν ατομικό εικονικό λογαριασμό και θα αποτελεί τη βάση υπολογισμού της «αναλογικής» σύνταξης. Συμπλήρωμα στην «αναλογική» σύνταξη θα αποτελεί η «εθνική (κοινωνική)» σύνταξη, η οποία όμως θα δίνεται με εισοδηματικά κριτήρια σε μια λογική ελάχιστου συνολικού εισοδήματος. Παρόμοιος τρόπος υπολογισμού της σύνταξης είχε προβλεφθεί ήδη από το νόμο Λοβέρδου (3863/2010), με ισχύ από 1/1/2015, δεν έχει όμως εφαρμοστεί. Το ύψος της «εθνικής (κοινωνικής)» σύνταξης δεν είναι ακόμα σαφές, είναι όμως δεδομένο ότι αυτό το μέρος της σύνταξης δεν θα δίνεται παρά μόνο μετά το 67ο έτος της ηλικίας ακόμα και για όσους συνταξιοδοτούνται νωρίτερα.
Στον υπολογισμό της λεγόμενης «αναλογικής» σύνταξης εμπλέκονται μια σειρά παραμέτρων που θα επιτρέπουν στο κράτος να μεταβάλλει (βλ. μειώνει) το ύψος της κατά το δοκούν και μάλιστα με μανδύα «αντικειμενικότητας». Στο πόρισμα προβλέπεται προσδιορισμός του επιτοκίου των εικονικών λογαριασμών σύμφωνα με μακροοικονομικούς δείκτες, όπως πχ. η μεταβολή του ΑΕΠ. Η σύνταξη θα προκύπτει σε αναλογία με το συνολικό εικονικό ποσό που θα έχει συσσωρευτεί τη στιγμή της συνταξιοδότησης, συνυπολογίζοντας τα χρόνια που απομένουν μέχρι το προσδόκιμο ζωής της γενιάς του συνταξιούχου και το ποσοστό αναπλήρωσης, δηλαδή τη σχέση μεταξύ σύνταξης και μισθού που είχε ο συνταξιούχος πριν. Αυτός ο υπολογισμός επιτρέπει σύμφωνα με το πόρισμα την ελαστική συνταξιοδότηση, με την έννοια ότι η μείωση λόγω πρόωρης συνταξιοδότησης προκύπτει με αυτόματο τρόπο. Επιπλέον, το ποσοστό αναπλήρωσης θα αυξομειώνεται σύμφωνα με τα δημοσιονομικά δεδομένα, ενώ και το προσδόκιμο ζωής αξιοποιείται για να δικαιολογήσει τη μείωση της σύνταξης.
Χαρακτηριστικό της μείωσης που προκύπτει είναι ότι για έναν ασφαλισμένο πριν το 1992 το ποσοστό αναπλήρωσης ήταν μεγαλύτερο του 80%, ο νόμος Λοβέρδου προβλέπει 70% ενώ ο νέος υπολογισμός θα καταλήγει σε ποσοστό αναπλήρωσης που, σύμφωνα με το παράρτημα του 3ου μνημονίου, θα πρέπει να είναι μόλις 46%. Η επιτροπή προτείνει την εφαρμογή του νέου τρόπου υπολογισμού και για τους παλιούς ασφαλισμένους, με συνέπεια τη δραστική χειροτέρευση της σύνταξής τους όταν βγουν, ενώ υπάρχει πρόβλεψη ακόμα και για επαναϋπολογισμό των συντάξεων που δίνονται ήδη. Επειδή αυτό είναι αδύνατο να υλοποιηθεί άμεσα και προκειμένου να τηρηθεί η μνημονιακή δέσμευση για μείωση της συνολικής συνταξιοδοτικής δαπάνης κατά 2,25 δις, το κυρίαρχο σενάριο προβλέπει μείωση 15% για συνταξιούχους κάτω των 54 ετών, 10% για 55-59 ετών και 5% για συνταξιούχους 59-62 ετών και επιπλέον βαθμιαία μείωση για όσους παίρνουν συντάξεις συνολικού ύψους πάνω από ένα κατώφλι, το οποίο μάλλον θα οριστεί στα 1.000 ευρώ.
Η ενοποίηση των ταμείων
Ιδιαίτερη βαρύτητα στο πόρισμα της επιτροπής «σοφών» δίνεται στην ανάγκη -για το σύστημα- της ενοποίησης όλων των ασφαλιστικών ταμείων σε ένα (ή το πολύ σε τρία, σύμφωνα με την εναλλακτική πρόταση). Ταυτόχρονα προτείνεται και η συγχώνευση όλων των διαφορετικών κατηγοριών ασφάλισης σε δύο: απλά και βαρέα. Ο στόχος αυτής της πρότασης είναι η επιβολή ενιαίων κανόνων σε σχέση με τις εισφορές και τις συντάξεις σε όλους τους ασφαλισμένους, διασφαλίζοντας ότι καμιά κατηγορία εργαζόμενων δεν θα ξεφύγει από τη σχεδιαζόμενη ισοπέδωση. Σε ό, τι αφορά τις εισφορές, η ενοποίηση σημαίνει σημαντικές αυξήσεις, ειδικά για αγρότες και αυτοαπασχολούμενους. Σε ό, τι αφορά τις συντάξεις, η ενοποίηση οδηγεί σε κατάργηση μιας σειράς ευνοϊκών ρυθμίσεων που έχουν παραμείνει σε διάφορες κατηγορίες εργαζόμενων και εξίσωση προς τα κάτω για όλους.
Παράλληλα, η ενοποίηση των ταμείων επιτρέπει τη συγχώνευση διάφορων υπηρεσιών με αντίστοιχη μείωση του προσωπικού αλλά και συνολική διαχείριση των οικονομικών των ταμείων, με σκοπό την καλύτερη παρακολούθησή τους από τους εκπροσώπους της τρόικας.
Το σύστημα που προτείνεται αφήνει ανοιχτά διάφορα ζητήματα. Το ένα είναι το μέλλον των επικουρικών συντάξεων, καθώς από τη μια γίνεται αναφορά σε εφαρμογή κοινού τρόπου υπολογισμού όπως και για την κύρια σύνταξη αλλά από την άλλη προτείνεται η κατάργηση των επικουρικών ταμείων και η δημιουργία ενός νέου, ενιαίου ταμείου. Η συμμετοχή στο ταμείο αυτό προτείνεται να είναι προαιρετική, αλλά αν κάποιος δεν την επιλέξει, θα είναι υποχρεωμένος να συμμετέχει σε κάποιο από τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης (ΤΑΕ), που ρυθμίζονται και προωθούνται τα τελευταία χρόνια από την Ε.Ε. και αποτελούν είδος ιδιωτικής ασφάλισης, με κάποιους περιορισμούς ως προς τα χαρακτηριστικά των διαχειριστών τους. Δεύτερο ζήτημα που μένει ασαφές είναι αυτό των Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων (ΒΑΕ), για τα οποία γίνεται αναφορά και στο τμήμα του πορίσματος σχετικά με την ενοποίηση των ταμείων και στο παράρτημα για τα ΤΑΕ. Τέλος, το πόρισμα αφήνει ανοιχτά ζητήματα όπως οι συντάξεις αναπηρίας, χηρείας, γήρατος κ.ά. τα οποία χαρακτηρίζει «προνοιακού χαρακτήρα» και προτείνει την αποσύνδεσή τους από το ασφαλιστικό σύστημα.
Ορισμένα ιδεολογικά ζητήματα
Είναι φανερό ότι τέτοιου μεγέθους επίθεση σε μια από τις πιο σημαντικές κατακτήσεις του εργατικού κινήματος πρέπει να υποστηρίζεται από την αντίστοιχη ιδεολογική επίθεση. Είναι άλλωστε αρκετές οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι προσδοκίες του συστήματος στο παρελθόν για τη διάλυση του ασφαλιστικού συνάντησαν μαζικές αντιστάσεις και αναγκάστηκαν να λειανθούν, να αναβληθούν ή ακόμα και να αποσυρθούν ολότελα. Τα επιχειρήματα βέβαια που χρησιμοποιεί το σύστημα και αυτή τη φορά δεν διαφέρουν ουσιαστικά από τα προηγούμενα, κι ας είναι διανθισμένα με μπόλικες αναφορές στην «αλληλεγγύη» και την «κοινωνική δικαιοσύνη».
Η πρώτη-πρώτη παράγραφος του πορίσματος της επιτροπής «σοφών» έχει τίτλο «Το ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα δεν είναι βιώσιμο» και αποτελεί μια μόνιμη τοποθέτηση του συστήματος, κοινή για κάθε κατάκτηση του εργατικού και λαϊκού κινήματος: το κόστος για την ικανοποίηση αυτού του δικαιώματος είναι πολύ μεγάλο και το -αστικό- κράτος δεν είναι διατεθειμένο να συνεχίσει να το καλύπτει. Στη συγκεκριμένη φάση αξιοποιείται και η λογική των «κλεμμένων» από τα ασφαλιστικά ταμεία, λογική που καλλιεργήθηκε από την κυρίαρχη αριστερά στη χώρα μας, συμπεριλαμβανομένης αυτής που τώρα έχει αναλάβει την κυβέρνηση. Στο ίδιο επιχείρημα για τη μη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού εξαιτίας του κόστους του για τον κρατικό προϋπολογισμό βασίζεται και η νέα «αρχιτεκτονική» που προτείνεται και περιγράφεται ως σύστημα «καθορισμένων εισφορών» και όχι παροχών, στην οποία η συμμετοχή και η ευθύνη του κράτους περιορίζεται στο κομμάτι της «εθνικής (κοινωνικής)» σύνταξης, ενώ για την «αναλογική» προβλέπεται μια ελάχιστη συνδρομή με τη μορφή εικονικών πιστώσεων στους ατομικούς εικονικούς λογαριασμούς ασφαλισμένων με ειδικά χαρακτηριστικά και για περιορισμένο χρόνο.
Από τη μεριά των εργαζόμενων πρέπει να ξεκαθαριστούν πλατιά δύο πλευρές αυτού του ζητήματος. Η πρώτη είναι ότι καμιά κατάκτηση του κινήματος δεν αποτελεί βασικά οικονομικό ζήτημα, πόσο μάλλον λογιστικό. Με δεδομένο ότι όλος ο πλούτος στην κοινωνία παράγεται από τους εργαζόμενους (ως σύνολο), αλλά ιδιοποιείται από τους κεφαλαιοκράτες (ως σύνολο) στη βάση της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, η σύνταξη αποτελεί ένα μηχανισμό επιστροφής μέρους αυτού του πλούτου σε εκείνο το τμήμα των εργαζόμενων που δεν μπορεί πλέον να δουλέψει. Το μέγεθος της επιστροφής είναι πολιτικό ζήτημα και σχετίζεται με το συσχετισμό δύναμης και άρα με το βαθμό στον οποίο υποχρεώνονται οι κεφαλαιοκράτες, διαμέσου του κράτους που αυτοί ελέγχουν και γι’ αυτό τους εκπροσωπεί συλλογικά, να επιστρέφουν αυτό το μέρος του πλούτου στους παραγωγούς του. Η δεύτερη πλευρά έχει να κάνει με την αντίληψη για το χαρακτήρα του κράτους και το ρόλο των ασφαλιστικών ταμείων. Στην καπιταλιστική κοινωνία, το κράτος αποτελεί εργαλείο της αστικής τάξης και εξυπηρετεί τα συμφέροντά της (και των ιμπεριαλιστών από τους οποίους είναι εξαρτημένη, για την περίπτωση της Ελλάδας). Το ίδιο ισχύει και για τις επιμέρους δομές του, τα ασφαλιστικά ταμεία εν προκειμένω, ανεξάρτητα αν υποχρεώθηκε να τα φτιάξει εξαιτίας των αγώνων του κινήματος. Αυτή η πραγματικότητα, ότι δηλαδή το κράτος, η άρχουσα τάξη συλλογικά ελέγχει και διαχειρίζεται τα ταμεία, δεν αλλάζει καθόλου από το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι υποχρεώνονται να δίνουν εισφορές που πιστώνονται σε ασφαλιστικά ταμεία. Στην ουσία, οι εργαζόμενοι έχουν τριπλοπληρώσει για την ασφάλισή τους: μέσα από την υπεραξία που παράγουν αλλά ιδιοποιούνται οι κεφαλαιοκράτες, μέσα από τις ασφαλιστικές εισφορές (τις δικές τους και του εργοδότη τους) και μέσα από τη φορολογία που υποχρεώνονται να πληρώνουν. Επομένως, η σύνταξη είναι δικαίωμά τους και έχουν κάθε συμφέρον να διεκδικήσουν να είναι όσο το δυνατό μεγαλύτερη, δίχως να απασχολούνται με τη λογιστική διαχείριση του ζητήματος.
Ένα δεύτερο μέρος της ιδεολογικής επίθεσης που δέχεται ο λαός και οι εργαζόμενοι εκφράζεται με την «ανταποδοτικότητα». Στο νέο τρόπο υπολογισμού της σύνταξης κυριαρχεί η λογική της ατομικής εικονικής συσσώρευσης που αποδίδεται -υποτίθεται- πίσω στον ασφαλισμένο με τη σύνταξη. Πέρα από το γεγονός ότι αυτός ο υπολογισμός είναι εικονικός και καθορίζεται από μια σειρά παραμέτρους που προσδίδουν δήθεν αντικειμενικό χαρακτήρα στο ύψος της σύνταξης αλλά στην ουσία τις αποφασίζει η εκάστοτε κυβέρνηση, το βασικό που πρέπει να είναι καθαρό είναι ότι η σύνταξη αποτελεί συλλογικό δικαίωμα των εργαζόμενων και όχι ατομικό. Ο συνολικός συσχετισμός είναι που καθορίζει το τι μέρος του ιδιοποιημένου πλούτου επιστρέφει συνολικά στους εργαζόμενους. Το ζήτημα λοιπόν που πρέπει να μας απασχολεί είναι τι ποσό συνολικά επιστρέφεται μέσω των συντάξεων και πώς θα καταφέρουμε συλλογικά να αντισταθούμε στη μείωση που φέρνουν οι σχεδιαζόμενες αλλαγές.
Η νέα επίθεση που δέχονται οι εργαζόμενοι και ο λαός στα ασφαλιστικά τους δικαιώματα είναι πολύ ισχυρή. Για να αντιμετωπιστεί απαιτείται μαζικός, συνολικός αγώνας των εργαζόμενων και του λαού. Οι δυνάμεις που αναφέρονται στο κίνημα και θέλουν να το υπηρετήσουν πρέπει να κάνουν ό, τι είναι δυνατό ώστε το ασφαλιστικό να συζητηθεί σε κάθε χώρο δουλειάς και σε μια κατεύθυνση ενιαίου αγώνα για να ανατραπεί αυτή η επίθεση, που έχει σχεδιαστεί προσεκτικά και έχει τη στήριξη των ιμπεριαλιστικών κέντρων. Με τον αγώνα τους οι εργαζόμενοι μπορούν να ξεπεράσουν τα εμπόδια που βάζουν και οι ίδιες οι υποταγμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες που, με την αδράνειά τους, αποδεικνύουν ξανά ότι ούτε θέλουν ούτε μπορούν να οδηγήσουν σε νικηφόρες αντιστάσεις.


 http://www.kkeml.gr/