Αντίσταση στα Γιάννενα


Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

Ανάσες αγώνα στην ασφυξία που μας επιβάλλουν


Σε συνθήκες ασφυξίας οδηγεί τους εργαζόμενους η πολιτική των απανωτών μνημονίων και των αντεργατικών νόμων. Η συνεχιζόμενη βαθιά κρίση του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος και η έκφρασή της στα ντόπια δεδομένα της εξαρτημένης οικονομίας μία και μόνη διέξοδο έχουν βρει μέχρι τώρα: την ένταση της επίθεσης στα πλατιά λαϊκά και εργατικά στρώματα. Τα δικαιώματα που ισοπεδώνονται και το εισόδημα που λεηλατείται είναι προς το παρόν η μόνη σίγουρη συνταγή για τις δυνάμεις του κεφάλαιου και του ιμπεριαλισμού προκειμένου να περισώσουν την κερδοφορία τους. Και είναι σίγουρη γιατί οι δυνάμεις του συστήματος έχουν πλήρη επίγνωση του ταξικού συσχετισμού, γνωρίζουν πολύ καλά το βαθμό αποσυγκρότησης του λαϊκού, εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος.

Έχουν «δουλέψει» για χρόνια πάνω σε αυτό το ζήτημα. Έχουν φροντίσει ώστε να διαμορφώσουν τέτοιους όρους και τέτοιες συνθήκες ώστε να υπηρετείται για δεκαετίες η γραμμή της του ταξικού συμβιβασμού, της ταξικής υποταγής. Πλήρωνε αδρά το αστικό κράτος τους καρεκλοκένταυρους μεγαλοσυνδικαλιστές που προωθούσαν την αστική ιδεολογία στα συνδικάτα και τον κυβερνητικό συνδικαλισμό. Έστηνε για δεκαετίες μηχανισμούς ιδεολογικού και πολιτικού εγκλωβισμού των εργαζομένων, μηχανισμούς που «αφυδάτωσαν» το εργατικό κίνημα απ’ όλα εκείνα τα ζωτικά στοιχεία που σήμερα έχει τόση ανάγκη. «Βόλεψε» κόσμο αποκρύβοντάς του το πραγματικό αντίτιμο που θα κληθεί να πληρώσει. Καθησύχαζε τους εργαζόμενους, βάζοντάς τους στο περιθώριο και καλλιεργώντας τη λογική της ανάθεσης στους «αρμόδιους» συνδικαλιστές. Αφόπλισε το εργατικό κίνημα μετατρέποντας τα σωματεία σε καρικατούρες-σφραγίδες, που υποτάσσονταν στην αστική νομιμότητα και «προστατεύονταν» δήθεν από αυτήν. Προπαγάνδισε με κάθε μέσο και τρόπο το τέλος της ταξικής πάλης και αφόριζε ως «αγκυλωμένο» και «παλαιοκομματικό» οτιδήποτε είχε αναφορά και σχέση με αυτήν. Φάνταζε ο συνδικαλισμός σαν μια μεγάλη «μπίζνα» και σε πολλές περιπτώσεις έτσι ήταν.

Και σήμερα το σύστημα έρχεται να δρέψει τους καρπούς. Αναζητά ο κόσμος της δουλειάς τα όπλα με τα οποία θα πολεμήσει σε αυτόν το σκληρό, αιματηρό πόλεμο. Και βρίσκει σωματεία διαλυμένα και ηγεσίες άφαντες ή υποταγμένες. Ψήφισαν μαζικά για απεργία οι καθηγητές και η ηγεσία της ΟΛΜΕ κήρυξε πραξικοπηματικά άτακτη υποχώρηση. Ξεσηκώνονται οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ και η ηγεσία της ΠΟΣΠΕΡΤ προχωρά από τη μια υποχώρηση στην άλλη. Άσε που δεν είχε την παραμικρή εκτίμηση γι’ αυτό που θα συνέβαινε. Καταργήθηκαν οι συλλογικές συμβάσεις και οι συνδικαλιστικές ηγεσίες (ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ, «ταξικές» ομοσπονδίες, «συντονισμένες» ομοσπονδίες και λοιποί) κάνουν σαν να μην συμβαίνει τίποτε. Όλοι αυτοί οι «στρατηγοί» είδαν το στρατό τους έτοιμο και διαθέσιμο και λάκισαν.

Μετά απ’ όλα αυτά πώς να μην έχει το θράσος ο Βρούτσης να εμφανίζεται ως «υπερασπιστής» των εργατικών συμφερόντων; Μέσα από μία «βαθυστόχαστη» ανάλυση της χρεοκοπημένης καπιταλιστικής οικονομίας ο Βρούτσης κατέληξε ότι το σύστημα διαβούλευσης και διαιτησίας «είχε μετατραπεί σε παγίδα στην αγορά εργασίας, καθώς πλήττονταν τελικά και οι εργαζόμενοι». Και αυτό γιατί, όπως συνεχίζει, «μέσα από ένα κρατικοδίαιτο ΟΜΕΔ και τη διαμεσολάβηση εργατολόγων που πλούτιζαν παρασιτικά, αύξαναν οι μισθοί την ώρα που κατέρρεαν ολόκληροι κλάδοι - και αυτό οδηγούσε τους εργαζόμενους στην ανεργία».

Να, λοιπόν, γιατί εκτοξεύεται η ανεργία σε ποσοστά που, σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΟΟΣΑ, θα ξεπεράσουν το 28% στο τέλος του 2014! Επειδή διάφοροι τυχοδιώκτες (μεταξύ αυτών και ο κρατικοδίαιτος ΟΜΕΔ!) παρέσυραν τους εργαζόμενους σε διεκδικήσεις αυξήσεων στους μισθούς. Προφανώς, μέσα στον κύκλο της «φαυλότητας» (κι ας μην αναφέρονται αυτή τη φορά) εμπλέκονται και οι συνδικαλιστές που πρωτοστατούν σε τέτοιου είδους διεκδικήσεις, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που θα έχουν στους εργαζόμενους. Στην πυρά, λοιπόν, και αυτοί. Και ας προτιμήσουμε τους «υπεύθυνους», αυτούς που υπογράφουν συμβάσεις με μειώσεις μισθών, αυτούς που νιώθουν κατανόηση και ευθύνη για την πορεία της «ανάπτυξης» της χώρας αλλά και των επιχειρήσεων. Τόση κατανόηση και τόση ευθύνη που ξεχνούν ακόμη και τους εργαζόμενους που εκπροσωπούν!

Ας αποφασίσει, λοιπόν, το κράτος για το ύψος του κατώτερου μισθού ή για το βάθος του ανώτερου μισθού. Και ας νομοθετεί απαλλαγμένο πλέον από το βάρος της διαπραγμάτευσης με τους εργαζόμενους και τα συνδικάτα. Και, παράλληλα, ας κάνει και καμιά ενημέρωση προς τους εργοδότες για το τι «δικαιούνται» να πράξουν. Βλέπετε, η νομοθεσία αλλάζει τόσο ραγδαία πλέον που και τα ίδια τα νομικά τμήματα των επιχειρήσεων δεν προλαβαίνουν να συνειδητοποιήσουν τι τους προσφέρεται. Κάτι τέτοιο έγινε και με την πρόσφατη εγκύκλιο (ερμηνευτική την ονομάζουν) που εξέδωσε η Διεύθυνση Αμοιβής του υπουργείου Εργασίας για να ενημερώσει τους εργοδότες και ιδιαίτερα αυτούς της «βαριάς βιομηχανίας» του τουρισμού που αυτήν την περίοδο «δίνουν τα ρέστα τους» ως προς την αυθαιρεσία. Αυθαιρεσία τέλος, λοιπόν, αφού η αυθαιρεσία νομιμοποιείται!

«Μετά την πάροδο του τριμήνου, η αμοιβή των εργαζομένων μπορεί να προσαρμόζεται στο χαμηλότερο επίπεδο (βασικός μισθός και τέσσερα επιδόματα) μονομερώς, με απόφαση του εργοδότη, ενώ δεν θίγονται λοιποί κανονιστικοί όροι της ΣΣΕ. Οι μη μισθολογικοί όροι των ΣΣΕ που έχουν λήξει και έχει παρέλθει και η παράταση ισχύος τους, μπορούν να μεταβληθούν με νέα ΣΣΕ, καθώς και με ατομική σύμβαση εργασίας με τη σύμφωνη γνώμη του εργαζομένου.
Για τους νεοπροσλαμβανόμενους στην ατομική σύμβαση μπορεί να συμφωνηθεί η εξαήμερη εβδομαδιαία εργασία.»

Αυτά διαμηνύει η «ερμηνευτική» εγκύκλιος. Τέλος το πενθήμερο, τέλος οι συλλογικές συμβάσεις. Τα πάντα μπορούν να γίνονται μονομερώς από τον εργοδότη. Ναι, τα πάντα, αφού ουσιαστικά το υπουργείο τους προτείνει ευθέως τον εκβιασμό της υπογραφής ατομικών συμβάσεων.

Τέλος και η κυριακάτικη αργία, αφού -παρά τις αντιδράσεις- η κυβέρνηση επιμένει (κάτω από την πίεση των μεγαλεμπόρων, φυσικά) και ετοίμασε νέο νομοσχέδιο σύμφωνα με το οποίο όλα τα εμπορικά καταστήματα μέχρι 250 τ.μ. θα μπορούν να λειτουργούν έως και 52 Κυριακές το χρόνο, ενώ όλα τα καταστήματα, ανεξαρτήτως μεγέθους και κλάδου, θα ανοίγουν επτά Κυριακές το χρόνο κατά τις περιόδους των Χριστουγέννων, του Πάσχα και των εκπτώσεων.

Και θα «τελειώσουν» πολλά ακόμη, αν δεν τους σταματήσουμε. Θα ζήσουμε πολλούς ακόμη «ξαφνικούς θανάτους», αν δεν οργανώσουμε την πάλη μας. Αν δεν ξεκαθαρίσουμε ποιος είναι ο εχθρός, πόσο βαθιά έχει βάλει τα πλοκάμια του και ποια είναι η διέξοδος. Είναι αλήθεια ότι οι ασφυκτικές συνθήκες ευνοούν τις αυταπάτες, η τρομακτική αγωνία ευνοεί τις «εύκολες λύσεις» και τους κάθε λογής «σωτήρες». Ωστόσο, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έχει αντιστρέψει τη ροή των πραγμάτων. Τίποτε απ’ όλα αυτά -και δοκιμάστηκαν- δεν μπόρεσε να ανατρέψει την πολιτική της εξαθλίωσης και της ανεργίας. Οι μόνες «ανάσες» που πήρε το κίνημα ήταν όταν ο λαός και οι εργαζόμενοι ξεχύθηκαν μαζικά στους δρόμους. Όταν οι αγώνες επέμειναν πεισματικά, δείχνοντας να γεννιέται μια άλλη ποιότητα, που θα υπηρετεί τις πραγματικές διαθέσεις, τις πραγματικές ανάγκες. Και ήταν τότε που το σύστημα ταρακουνήθηκε και τρόμαξε. Γιατί αυτές οι ανάσες αργά ή γρήγορα θα γίνουν θύελλες που θα τους σαρώσουν.